Translate

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Τα φεγγάρια στην ποιήση του Οδυσσέα Ελύτη

Τ' ασημένιο το φεγγάρι
«Το  διάδημα του φεγγαριού» στο μέτωπο της νύχτας, όπως είναι φυσικό, δεν θα μπορούσε να λείπει απο τα τοπία της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη
«γερμένο μες το  γιασεμί», «γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου να διαβάζεις», βγαίνοντας αργά και ιερατικά μόνον όταν έχουν πέσει «στον ύπνο οι βλάστημοι» ανοίγοντας  «φεγγερά περάσματa», «σαν ημισέληνος της νοσταλγίας»,
«πανσέληνος  του Ερωτα»
«Σαν αίνιγμα διαβασμένο απο τη θάλασσα»
Φτιάχνοντας το δικό του ουρανό,  όπως αναφέρει στην ποιητική του συλλογη
<<Τα μικρά έψιλον>>
''θα του 'βαζα αντίς από 'να, δυο φεγγάρια ανόμοια
το 'να μικρό σαν παιδί, τ' άλλο μεγάλο σαν παράπονο.'' (Μαρία Λαμπράκη)

Το αίνιγμα της Σελήνης, ακόμη κι αν είναι διαβασμένο από τη θάλασσα, όπως γράφει ο Ελύτης, παραμένει, ωστόσο, σχεδόν πάντοτε άλυτο και σαγηνευτικό για τον άνθρωπο.

Μια έλξη μαγική, που διαπερνά τα στρώματα του αιθέρα κι έρχεται να τραβήξει με τ' αόρατα μεταξένια της νήματα κάθε νυχτερινό βλέμμα, κάθε ανομολόγητη νοσταλγία, κάθε έρωτα...

Ερμούπολη, Σύρος
Το Άξιον Εστί - Δοξαστικόν - 1959 (απόσπασμα)
Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία
σελάγισμα

Οδ. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος) Πεζά κείμενα

(Παιδί, παιδάκι)
«… Μια νύχτα η μητέρα μου αγρυπνούσε μ’ ένα κομμάτι φεγγαριού στα χέρια της.
Ήταν κόκκινο, πελώριο, μυτερό στην κόψη του καθώς πριόνι, κι έβγανε καπνούς.
Εκείνη, καθισμένη σ’ ένα βράχο, δε μιλούσε, μόνο κοιτούσε μακριά κατά το Λιγονέρι.
Μια φυσαρμόνικα έκλαιγε σ’ όλο το μάκρος της ακρογιαλιάς κι έβλεπες οι σκιές να  Μεγαλώνουν.

 Ύστερα πήρε να φυσάει. Άκουγα ένα ένα τα φύλλα να μιλάν μέσα
στον ύπνο μου. «Παιδί, παιδάκι.» Το νερό με ταλάντευε – κι όλη τη στεριά μαζί μου,
και τα τζάμια που αστράφτανε πέρα και τα λευκά μετέωρα δώματα.

Ήταν μια νύχτα πίσσα μαύρη. Αγριεμένα βελάζανε τα κύματα.
Μια γερόντισσα με ξέπλεκα λευκά μαλλιά και λαχούρι στους ώμους ασημένιο
τον κρατούσε απ’ το χέρι και πήγαινε, μέσα στην κοσμοχαλασιά.

Ήτανε όμορφη! Όμορφη!  Αγγέλισσα σωστή, που ευωδίαζε δεντρολίβανο.
Μέσα σε λίγες ώρες μου ‘πιε όλο το σκοτάδι ως την στερνή σταγόνα.
 Χαράματα, όταν άνοιξα τα μάτια, κιόλας έστεκε ορθή, στραμμένη κατά την Ανατολή…»

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ   (1940) Οδυσσέας Ελύτης (αποσπάσματα)
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ  IV
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη

Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.

Οδυσσέας Ελύτης
ADAGIO

*
Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ' τον ύπνο το νωχελικό προσκέφα-
λο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι.

Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο

μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
άστρα.
Γιατί πολύ θα 'χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και

θ' αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Στα τρίστρατα όπου στάθηκεν η αρχαία μάγισσα
Καίοντας με ξερό θυμάρι τους άνεμους
Οι λυγερές σκιές αλαφροπερπατήσανε
Μ' ένα σταμνί γεμάτο αμίλητο νερό στο χέρι
Εύκολα σαν να μπαίναν στον Παράδεισο
Κι από την προσευχή των γρύλων που άφρισε τους κάμπους
Οι όμορφες ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού
Για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι...

Platamon castle -foto from TripAdvisor

ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ  (1943)- Οδυσσέας Ελύτης(αποσπάσματα)

Ή πάλι νύχτα μ' άσωτα βιολιά
Μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους
Κρυφομιλούσες με μια μάγισσα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
Που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.

Πανσέληνος στο Σούνιο ΙΧ
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα


Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι
Το χέρι σου έφευγε με το νερό
να στρώσει νυφικό το πέλαγο
Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
πλέανε πλάι στ’ όνομά σου
σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι


Φεγγάρι εδώ, φεγγάρι εκεί
αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι


ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ  (1971) -αποσπάσματα-Οδυσσέας Ελύτης   

  III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια


Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη

Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ  (1972)-αποσπάσματα-Οδυσσέας Ελύτης

ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στων Αρχαγγέλων τη σκιά

Στην ερημιά του φεγγαριού
    στο κυματάκι του γιαλού


Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
    κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
    της νύχτας το τριζόνι


 ΝΤΟΥΚΟΥ ΝΤΟΥΚΟΥ ΜΗΧΑΝΑΚΙ   
 Σκίζει η πλώρη τα νερά
    κι αντηχάνε τα βουνά


Ντούκου ντούκου μηχανάκι
    ντούκου το παλιό μεράκι


Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο
    μες στης θάλασσας τον πάτο

Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει
    τ' ασημένιο το φεγγάρι
   
Marc Fishman Dancing to the moon.
Τα κορίτσια του Ιαπαχάν Μισοφέγγαρο ασημί
βγαίνει μες στο γιασεμί

Τα κορίτσια το κοιτάν
απ’ τους κήπους του Ισπαχάν

Κι ένας άγγελος με γένια
στέκει πάνω στα μπεντένια :
Τέτοια νύχτα ποιος κοιμάται
το Θεό δεν τον φοβάται ;
 
Μισοφέγγαρο ασημί
γέρνει μες στο γιασεμί

Τραγουδάνε και το παν
τα κορίτσια του Ισπαχάν



Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
α’
Στα σύρματα μπουγάδες απλωμένες
φέγγουν οι τοίχοι φέγγουνε οι αντένες
Αύγουστο μήνα μέσα στο φεγγάρι
παν οι ταράτσες παν χωρίς βαρκάρη
 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ    (Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη)

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
    χορεύει κι έρχεται με χάρη


μέσ' από δάφνες και μυρτιές
    κι από το φως ασημωμένη

μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη
  
Ο ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ
             ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΙΑΣ

 Κάτου στης ακροποταμιάς
    το μονοπάτι περπατάει

κρατώντας βέργα λυγαριάς
    ο Αντόνιο Τόρρες ο Χερέντια
και στη Σεβίλλια πάει

    Τα κατσαρά του γυαλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
    στην όψη του είναι μελαψός

από του φεγγαριού το φως
 Η ΜΙΚΡΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ
 Τέτοιο δέρμα τέτοια χείλη
    δεν τα βρίσκεις σε κοχύλι
τέτοιο θάμπος τέτοια χάρη
σε γυαλί και σε φεγγάρι
  Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΑΔΙΚΟ
  
Μπήκε στα κλεφτά η Σελήνη
    με τ' άσπρο της το νυχτικό

μπήκε στο σιδεράδικο
    τ' αγόρι στο περβάζι

κάθεται και κοιτάζει

Στην αχνή που τηνε τυλίγει
    τα μπράτσα η Σελήνη ανοίγει
και το παιδί κοιτάει κοιτάει
    δυο στήθη από σκληρό καλάι
 
-Μη Σελήνη φύγε φύγε
    τι αν έρθουν οι τσιγγάνοι
την καρδιά σου θα την κάνουν
    δαχτυλίδι και γιορντάνι


Μες στα λιόφυτα περνάνε
    οι τσιγγάνοι κι όλο πάνε

με τα κεφάλια τους στητά
    τα βλέφαρα μισόκλειστα 

Αχ τι λέει το νυχτοπούλι
    μες στα δέντρα τι μεράκι
αψηλά η Σελήνη πάει

    κι απ' το χέρι της κρατάει
ένα μελαψό αγοράκι.

ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ  (1974)-αποσπάσματα-Οδυσσέας Ελύτης
''Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους''


Full moon on Lesvos -Πηγή

Της σελήνης της Μυτιλήνης(απόσπασμα)

Παλαιά και νέα ωδή

Τόσο μου ομόρφυνες τη δυστυχία — που ξέρω:
Μόνο σε Σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου.

Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
Σ΄ έφερε μέσ’ στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μέσ’ στο νερό ν’ ακούσω
Πως σε λένε Σελάνα και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.

*
Όχι που ήμουν άτυχος — θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μέσ’ στον άλλο ουρανό — Μα που πια κανείς κανείς
Ν’ αναγνώσει δε γνώριζε Παράδεισο
Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφυνες τη δυστυχία — και ξέρω:

Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ

Μαρία Νεφέλη (1978)αποσπάσματα-Οδυσσέας Ελύτης

  Α'
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
                         ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου!
απ' τα νερά της νύχτας τ' ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη

σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.    

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ

Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι και να: βρήκε το θάρρος
το φεγγάρι μας να ξεμυτίσει.

Μίλησε πάλι το βουνό
ιερές ακατανόητες έλξεις
από φύλλο σε φύλλο
το ελαφάκι του νερού και η κάππαρη.

Με το πλάι σταματημένα και αποκοιμισμένα
τ' αλόγα πανύψηλα
και κάτου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ' άσπρα.
Θάρρος. Τώρα. Είναι η στιγμή
 

ΚΑΘΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙ
Κάθε φεγγάρι ομολογεί και μες στα δέντρα κρύβεται μην
         και το καταλάβεις· 

έχεις ανακατώσει τόσο τους καιρούς που μήτε ο ίδιος ξέρεις

         από που το μήνυμα θα λάβεις.

Εσύ 'σαι ο ένας απ' αυτούς που του 'δωσαν χαρτί μεγάλο
        για να γράψει και δεν έστερξε την πένα του να πιάσει· 
που του 'ρθε η τύχη σαν λακκάκι μες στο μάγουλο και που
       δεν είπε μπάρεμ να χαμογελάσει.
Και η Μαρία Νεφέλη: 
Εσύ 'σαι αυτός που του 'ριξαν το δίχτυ μέσα στο λουτρό να τον
σκοτώσουν μα κρατάει μες στο βασίλειό του ακόμη
 ·
που σπρώχνει την αγάπη απ' το παράθυρο κι υστέρα κλαίγεται
και λέει ότι τον αδικούν οι νόμοι.


Κάθε φεγγάρι ομολογεί κι εσύ κάνεις πως τάχα δεν καταλαβαίνεις.
Ξέρεις ότι φορείς τον ήλιο -και ότι πριν εκείνο κατεβεί εσύ
ανεβαίνεις.

Δίνε δωρεάν το χρόνο
                     αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)-αποσπάσματα-Οδυσσέας Ελύτης

 ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [ VIII-ΧΙV]

Οι φανταστικές αλήθειες φθείρονται πολύ πιο δύσκολα.
Ο Rimbaud
επέζησε της Κομούνας όπως θα επιζήσει
το φεγγάρι της Σαπφώς από
το φεγγάρι του Armstrong.

Χρειάζονται άλλης λογής υπολογισμοί.

Christian Schloe (arte)     

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [8-14]

Μια η Μαρία - δυο το νέο φεγγάρι
Το φύλλωμα όλο ακόμη σκοτεινό
Βαρύ από θάνατο που δεν επρόκανε ν' αραιώσει;
                                           Τι σημαίνει

 ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ

Full moon over Korthi Bay, Andros.Kostas Dendrinos
                                             [Τα Στιγμιότυπα]

 ΑΝΔΡΟΣ
Στραπουργιές.
Φεγγαρόφωτο πάνω στους ανθισμένους γκρεμούς κι
ως πέρα στο μυριστικό πέλαγος, ατελεύτητα.

Η ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ
Καθώς το φεγγάρι προχωρεί και την κυριεύει από τα πόδια.
Πλέει
ανάσκελα μέσα στο φως, κι από τα γυμνά στήθη, που ανεβοκατεβαί-
νουν, φτάνει μια μυρωδιά περιβολιού και θάλασσας.

ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ  (1991)-απόσπασμα

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη
Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι
Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς
        αστερισμούς συνθέτει

ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (1995) -απόσπασμα -Οδυσσέας  Ελύτης
        ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ

Ασπασμούς απ' τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
Σε τι μπλε Ιυυλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου
        να διαβάζεις

Christian Schloe (arte)

 ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ (1998)-ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μ' ευρήματα σελήνης και μικρής Υακίνθης παρειών θραύσματα
Τα πάντα εντέλει ανάγνωση επιδέχονται
Του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή και της μελίσσης

        το βόμβισμα

Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα.
Κι είναι
οι δυο αυτές αγριμάδες που,
αν συμπέσουν και κάνουν καινούριο
φεγγάρι,

μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου

Μην ακούτε τον Armstrong.
Η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να
είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων.

Οδυσσέας Ελύτης ~ Τα μικρά έψιλον
Ποιος κράτησε ποτέ του μια διάφανη πέτρα
και δεν ένιωσε μέσα της τον ουρανό;
Θα 'θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να 'χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το 'καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του 'βαζα αντίς από 'να, δυο φεγγάρια ανόμοια
το 'να μικρό σαν παιδί, τ' άλλο μεγάλο σαν παράπονο.

Αιώνος είδωλον(απόσπασμα)

Οδυσσέας Ελύτης

 Καθείς μ’ ένα φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι Τη δική του νύχτα.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η ποίηση των ''Ανέμων''


Στίχοι:
Πόλυς Κυριάκου
Μουσική:
Αρετή Κετιμέ
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
μόνο φοβέρα
σφυρίζει, βρίζει σαν άνθρωπος
σαν άγριο τέρας.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.

Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
στην άβυσσο μπαίνει παράνομος
και πάει πιο πέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.
Νικηφόρος  Βρεττάκος  «Να μαλώσεις τον άνεμο.

Να μαλώσεις τη νύχτα.

Εγώ, να τους πεις,

Δεν είμαι ένα τυχαίο περιστατικό,

να τους παραδοθώ».


Μάλωμα-Νικηφόρος  Βρεττάκος

Κοίταξέ με στα μάτια. Τι έκανες;

Ανεβαίνοντας πάνω στο λόφο που βλέπει

πέρα απ' τον άνεμο, άργησες.

               Κλαις;

Γιατί δε μιλάς;

Τι σου 'λεγε ο ήλιος;


Ολονυχτία (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.

Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα δίχως χέρια τον κόσμο.

 Και φεύγοντας έρχεσαι.-Νικηφόρος Βρεττάκος
 "Τώρα το ξέρεις:
τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. 


Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. 


Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ' το χώρο μας. 


Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.

 
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο,
ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του"...

https://ak9.picdn.net/shutterstock/videos/2591837/thumb/1.jpg
Αυγουστιάτικος άνεμος-Νικηφόρος Βρεττάκος


Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές - τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.


     Νιώθω μέσα στο στήθος μου
την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
σα να 'μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
     χαρούμενος,
προς τα πάνω. 



Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
     κάθεσαι και
δε γίνεσαι μέλισσα; 

Δυο γραμμούλες φωτός,
δυο αστεράκια οι κεραίες σου - πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Ανοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.
Το Άξιον Εστί - Δοξαστικόν -Οδυσσέας  Ελύτης

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται


Ο Μαϊστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

Άνεμος της Παναγίας – του Οδυσσέα Ελύτη

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο

Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα

Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού

Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά

Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή

Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΕΛΥΤΗΣ, Ο μικρός Ναυτίλος (απόσπασμα)
ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ

είναι παρά μια λάμψη πίσω απ’ τα βουνά
-κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
που άξαφνα σταματάει όξω απ’ τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
τους βουρκώνει


Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

 
Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικό-
νισμα και πάνω του η φωτιά.
Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα
Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;


Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να’ ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
στον ώμο• στην τσέπη μου έναν Οδηγό• τη φωτογραφική μου μηχανή
στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο


Χρυσέ ζωής αέρα…

-Γιάννης Ρίτσος, «Μια γυναίκα από άνεμο»

«Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.

Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο.
«Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.» 


Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα.
Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήμα, τ. 3ος, Κέδρος)

Απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου» Γιάννης Ρίτσος
Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος.
Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος, είναι χαρούμενος
φεγγοβολάει από χιλιάδες περιστέρια
φεγγοβολάει από τα μάτια των ηρώων μας
φεγγοβολάει απ’ τη θυσία, απ’ την ελπίδα και το μέλλον.
Χρειάζονται χιλιάδες στόματα μαζί για να τον πούνε αυτόν τον άνεμο.


"Το χαμένο χάδι"-Αλφονσίνα ΣτόρνιAlfonsina Storni

Γλιστράει μέσα απ' τα δάκτυλα το αναίτιο χάδι,
μου φεύγει από τα χέρια. Στον άνεμο όταν κυλάει,
το χάδι του πλανιέται δίχως σκοπό ούτε μέλλον,

το χαμένο χάδι ποιος θα το βρει να το πάρει;


Θα μπορούσα ν' αγαπήσω απόψε με μια άπειρη λύπη
θα μπορούσα ν' αγαπήσω τον πρώτο τυχόντα.
Κανένας δεν έρχεται. Μοναξιά στ' ανθισμένα δρομάκια.
Το χαμένο χάδι θα κυλάει... θα κυλάει...

Αν απόψε στον άνεμο σε καλούν ταξιδιώτη,
αν ριγήσει τα κλώνια ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα χέρι μικρό
που σε κρατάει και σε αφήνει, σε βρίσκει και φεύγει.

Αν δε βλέπεις το στόμα που φιλάει, ούτε εκείνο το χέρι,
αν το κάλεσμα δεν είναι παρά μια αυταπάτη
του αγέρα, ω, ταξιδιώτη που έχεις μάτια γαλάζια,
διαλυμένη στον άνεμο, θα με αναγνωρίσεις;

μτφ:
 Ρήγας Καππάτος




Γιώργος Σαραντάρης, Ο άνεμος μας φορτώνει (απόσπασμα)

Ο άνεμος μάς φορτώνει με παλαιά αμαρτήματα

Και μας διώχνει εδώ κι εκεί στο βρόντο
Δεν μπορώ να πονέσω πια
Να πονέσω μαζί σου
Για να σηκώσω τη φρίκη
Όπου δεν ξέρω αν φταίω
Ποια μητριά μάς καμαρώνει;  


Ὁ ἄνεμος καὶ ἡ ἄνοιξη-Γιώργος Σαραντάρης

Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν οὐρανὸς ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο
Δέντρα προσπαθοῦν νὰ τοῦ δέσουν τὰ χέρια
Ἀλλὰ μάταια κοπιάζουν


Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν στρατὸς ποὺ ὁρμάει στὸν ἀγῶνα
Τὸν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στὴν κοιλάδα
Τὸν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς


Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα ποὺ δὲν τὴν ξέραμε
Καὶ ὅλους μᾶς φίλησε μὲ θάρρος προτοῦ τὸ ζητήσουμε
Τώρα ἀγκαλιάζει τὸν ἄνεμο καὶ κάνει σὰν τρελὴ
Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νὰ τὸν ἀγαπήσουμε

ROBERT FROST
Τώρα κλείσ' τα παράθυρα
Τώρα κλείσ' τα παράθυρα και κάνε τα λιβάδεια να σιωπήσουν:

Αν είναι ανάγκη για τα δέντρα, άσ' τα να πηγαινόρχονται-
Πουλί τώρα πια δεν κελαηδεί κι αν κελαηδεί
Ας πούμε πως έχασα.
Θα περάσει καιρός πριν φανούν και πάλι οι βάλτοι
Θα περάσει καιρός πριν απ' το πρώτο πουλί:
Κλείσε λοιπόν τα παράθυρα να μην ακούς τον άνεμο,
Μόνο κοίτα τα πάντα ν' ανεμοδέρνονται.



ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ
Τραγωδία

Κανείς δε σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δε σκέφτηκε τον άνεμο που θα 'ρχόνταν σε λίγο
κανείς δε σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα 'διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.

Θέλω να σ' αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ' αγαπήσω όσο δε μ' αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν' αλλάξω γειτονιά ν' αλλάξω στέκια.

Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μού έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα...

Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες στο τελευταίο σκοτάδι...
 Και θα 'χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;


 -Τάσος Λειβαδίτης, «Νυχτερινός άνεμος»
«Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπά-
ριο
παιδικές ικασίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…»

Τάσος Λειβαδίτης(
(απόσπασμα του έργου του)

''Παγωνιά

''Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου-

φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας

ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη

παρασέρνει τ' αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά

λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει''


''Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφα
και πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθη
πέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φως
είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί
εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι''

Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη από τη Συλλογή
«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»·


… Όχι λοιπόν, δε θα σε πάρει από τα χέρια μου ο άνεμος

μήτε η νύχτα

κανείς δε θα σε πάρει. Ακούς; Ακούς;

 ΑΠΟΓΕΥΜΑ-Κική Δημουλά

Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο

κάθισε κι ἔπαιξε

στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ

μία μελωδία σιγανὴ

ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.

Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε

ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη

 ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.

ΑΝ-Τάκης Σινόπουλος
Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
 Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

-Αργύρης Χιόνης, «Ο άνεμος»
«Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου
Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει
Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.»

Μενέλαος  Λουντέμης -Ερωτικό κάλεσμα(απόσπασμα)
''Έλα κοντά μου.
Δεν είμαι ούτε ο άνεμος.

Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.''
-Βύρων Λεοντάρης, «Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με»
«Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με
πάρε μου τα πουλιά,
πάρε μου τ’ άνθη και τα φύλλα
τίναξε από τις ρίζες μου το χώμα της καρδιάς του, στέγνωσέ με
κάνε με αστραπή να δέρνομαι στα ουράνια.

Μπροστά στο μέγα ρίγος, ποιο το φως,
ποια η φτωχούλα αυτή δροσιά ζωής που μας πλανεύει
στους σκοτεινούς βυθούς της ύπαρξής μας,
ρόδο βαρύ στριφογυρνώντας κατεβαίνει
μαδώντας μέσα στα νερά τα ματωμένα πέταλά του- έτσι
γδυτός απ’ όλους τους παραδείσους
όποιος μπορεί να βαστήξει την ανάσα του για πάντα
να ξεχειλίσει μ’ ένα μόνο του σφυγμό άξαφνα τον κόσμο, αυ-
τός μονάχα
ας μπει στην απεραντοσύνη του έρωτα και του θανάτου.

Κρατώ κρύα μάνταλα της πόρτας και χτυπάω το μέτωπο
μου στο κατώφλι που ποτέ, ποτέ, ποτέδε θα ξαναδια-
βούν τ’ αγαπημένα πόδια,
σβήνω τους κήπους σαν φωτιές επάνω στο κορμί μου
χιονίζω λόγια απόκοσμα τις νύχτες.

Να ‘ταν να σ’έδινε ξανά πίσω σε μας η μοίρα σου
να ‘ρχόσουν συναπάντημα άξαφνο στους ιδρωμένους δρόμους
κι ω, να γινόσουν πάλι σάρκα
ανάσα γύρω απ’ τη γυμνή μου απελπισία
αίμα ανθισμένο στο αίμα μου
χαλάρωμα χεριών στα μεθυσμένα μου μαλλιά
ω, να γινόσουν πάλι σάρκα…
-ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με.»
 (Βύρων Λεοντάρης, «Ανασύνδεση», 1962).
Σαπφώ:
''Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.''

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη
Β'
Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 

Ε'
   Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας-Γιώργος Σεφέρης

Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μήν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος

πέρα μακρυά
μιὰ θάλασσα
πέρα μακρυά
ἕνα νησί στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιά
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστά
σὲ θαλασσινές ἀνεμῶνες…

Ἔτρεμε τόσο πολύ
τὸ ζήτησα τόσο πολύ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ' ὅλα τὰ δάση γυμνά
θεέ μου τὸ ζήτησα!

PABLO NERUDA,Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ
Ο άνεμος είναι άλογο:
γι’ άκου τον πώς τρέχει
στον ουρανό, στη θάλασσα.

Να με σηκώσει θέλει: γι’ άκου
πώς τριγυρνάει στον κόσμο
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Στα δυό σου μπράτσα κρύψε με
μόνο γι’ αυτή τη νύχτα,
όσο η βροχή θα σπάει
στη θάλασσα, στα χώματα
τα στόματά της τ’ αναρίθμητα.

Και άκου, άκουσε τον άνεμο
πώς με φωνάζει, ενώ καλπάζει
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Μέτωπο εμείς με μέτωπο,
στόμα εμείς με στόμα οι δυό μας,
με τα χωριστά κορμιά μας ένα εμείς
και με τον έρωτα που μας πυρώνει –
άσε τον να διαβαίνει ο άνεμος,
μα δίχως να μπορεί να με σηκώσει.

Άσε τον άνεμο να τρέχει, άσε τον
στεφανωμένον με όλους τους αφρούς,
να με φωνάζει, άσε τον να με γυρεύει,
ενώ καλπάζει μέσ’ από τους ίσκιους,
όσο εγώ, αναδυόμενος, ανατέλλοντας
κάτω από τα μεγάλα σου τα μάτια
γι’ αυτή τη νύχτα μόνο είμαι εδώ
ν’ αναπαυθώ, να βασιλεύω, αγάπη μου.
PABLO NERUDA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
-FERNANDO PESSOA, «Ο άνεμος εκεί ψηλά»
“Ο άνεμος εκεί ψηλά,στα αιθέρια,
την μοναξιά μου έρχεται κι αυξάνει,
παράπονα δεν κάνω σε κανέναν,
παράπονα αυτός πρέπει να κάνει. 

Ήχος αφηρημένος, απροσμέτρητος,
από του φευγαλέο του κόσμου τέλος,
το νόημά του γίνεται βαθύ,
κι εντός του μου μιλά όλο το ανύπαρκτο:
πως η αρετή δεν είναι μια ασπίδα
και πως καλύτερη αρετή είναι η σιωπή.”
να προβάλλει η γέφυρα
  γαντζωμένη
απ' τα γένια του ανέμου
και  ο 
Ευβοϊκός
απ' του Ευρίπου τον πορθμό
ως το ακρωτήρι,
υγρό χάδι που φυλάει 
τα εφήμερα χρόνια μου.
Τα Κύθηρα -Κώστας Βασιλάκος
Αποχαιρετώ την Παναγία
των Μυρτιδίων
που στη σκέπη της
κύματα και άνεμοι
σέρνονται γονατιστοί.

Συλλογή " Λόγια δραπέτες "

Κώστας Βασιλάκος / Άνεμος Εκδοτική
Το βαπόρι- —Γιάννης Σκαρίμπας
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.
Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.
Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
 έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.
 
 Νοτιά το στήθος μου απόψε θερμαίνει

άναψε η φλέβα μου δρόμο ζητώ
λεπίδι η θύμηση στις νύχτας το χάδι
ψάχνω τα χέρια σου που να σε βρω;


Οι σκέψεις  γίνανε δίχτυα του τρόμου
το θέλω μέσα μου τ' ατσάλι τρυπά
έγινες δρόμος μου ροή του κόσμου
   στο άδειο πέλαγος τρέμει η καρδιά


 
Νησί τα χέρια σου κι αν τα κρατήσω
πικρά τα κύματα πως να διαβώ
φωτιά τα χείλη σου κι αν τα φιλήσω
βροχή στα μάτια μου και θα πνιγώ


Ανεμε δρόμε μου θα σε ζητήσω
βαθιά στη νύχτα μου μοίρα σκληρή
τρέμει η φωνή μου πως να μιλήσω
το στήθος χτίστηκε για ν' απορεί.

Η τελευταία αποστροφή του στίχου ''
το στήθος χτίστηκε για ν' απορεί'', είναι ''δάνειο'' απο ποίημα του Δημήτρη Χριστοδούλου.








Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...