Translate

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη

 «Δεν ωφελεί το παράπονο/ Λίγο σιτάρι για τις γιορτές/ λίγο κρασί για τη θύμηση /λίγο νερό για τη σκόνη»Ν.Γκάτσος (Αμοργός)

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος 
δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει 
τ' αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες' στ' άλλα αστέρια 
ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη 
Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.
(Γεώργιος Δροσίνης («Νύχτα 
χριστουγεννιάτικη», 1935)



 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.


«Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940) Ζωή Καρέλλη 

Ένας Θεός-Κωστής Παλαμάς

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι... 

Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή* το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι 


Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.


image283Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!


Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος/
λίγο φαΐ, λίγο κρασί/
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.(Οδ.Ελύτης)


« Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα.
Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.

Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία».
Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες
καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό. »«Ἡ Γέννηση» (1983)Τάσος Λειβαδίτης

Το παιδί με τη σάλπιγγα(Νικηφόρος Βρεττάκος)
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.
Animation από λευκό κερί
Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται…
Γιώργος Θέμελης, ΙΙΙ. Φάτνη


«Ἕνας Θεός»Κωστής Παλαμάς

Ὦ, μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεὸς
καὶ τὸ κορμί μου γίνεται ναός,
δὲν εἶναι ὡς πρῶτα φάτνη ταπεινὴ
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
τὸ μέτωπό μου λάμπει σὰν ἀστέρι…
Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή τὸ γράφει 
τὰ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι
τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι!.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος


κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ(Μίλτος Σαχτούρης)
Ὅλοι κοιμοῦνται
κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ
περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ
ἀσημένια φεγγάρια
καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει
γιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἕνας νέος ἄνθρωπος
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
τὴν παγωμένη
ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα
καὶ τόση μαύρη πίκρα.


Ενας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους
 απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα.

(Τόλης Νικηφόρου)
 
Από «Τα Σχόλια του Τρίτου»(Μ.Χατζιδάκις)Κυριακή 23 Δεκεμβρου 1979


«Ο κόσμος πια δεν είναι μαγικός. Και τα Χριστούγεννα, μια οργανωμένη μηχανή… Έτσι ο Χριστός γεννιέται σιωπηρώς. Κανείς δεν τον αναζητά, κανείς δεν τον εσκέφτεται κι έρχεται μόνος σιωπηλός για να πεθάνει μόνος… κι αυτό τ’ αστέρι της βηθλεέμ, τι θέλει πάλι κι ήρθε ετούτη τη χρονιά…

Α! τα Χριστούγεννα, δεν είναι φέτος ούτε για τα παιδιά. Άλλωστε απέκτησαν και αυτά, χάρις στην βιομηχανικήν ανάπτυξη, μιαν εντελώς προσωπική μυθολογία που απέχει χιλιάδες μέτρα από τη μυθολογία της γέννησης του Χριστού…

Η σιωπηλή αυτή γέννηση, μέσα στον άσχετο και θορυβούντα κόσμο μας, φαντάζει ακόμα πιο ιερή και πιο σημαδιακή, από την γραφική των τυπικών χριστιανών, που εννοούν να βλέπουν τον Χριστό, Θεό απ’ τη γέννησή του, εξ αρχής, κι όχι μετά, στον θάνατο, στο τέλος, στην κατάληξή του».



Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Κατερίνα Γώγου-Με λένε Οδύσσεια


Η ζωή μας είναι σουγιάδες

Σε βρώμικά αδιέξοδα

Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα

 συνθήματα…


Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η

 Πατησίων.

Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε

την ίδια διαδρομή

Ξευτίλα - μοναξιά - απελπισία


Κι ανάποδα 

Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε

Μονάχα όταν βρέχει

βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας

Και καπνίζουμε….

Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…Κατερίνα

 Γώγου. ''Τρία κλικ αριστερά.''


"Ιδιώνυμο" - Κατερίνα Γώγου (1980)


Κανείς δεν θα γλυτώσει

Κι αυτό το μακέλεμα δε θα' χει ούτε μισό

 μισοσβυσμένο Όχι.


Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -

κατακόρυφα με 300 και βάλε

σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος

με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι

απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί

 πατέρων


γλείφοντας

υπογράφοντας

ικετεύοντας

και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ

 ΝΑΙ ΝΑΙ


Πώς με κοιτάζει έτσι-Κατερίνα Γώγου(Από την ποιητική συλλογή "Απόντες" (1986)


Πώς με κοιτάζει έτσι αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι...
Πώς θροΐζει μέσα μου αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι...
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι...
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μού διογκώνει το Εγώ μου...
Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου...
πώς με κοιτ...
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης...


Είμαι βροχή είμαι απάντηση είμαι απόδειξη θέλω όλα
τα θέλω όλα πίσω
δεν πιάνομαι αόρατος κλοιός με προστατεύει
είμαι χρυσόσκονη είμαι τα χρώματα είμαι γλαράκι του Μισισιπή
είμαι τα νέγρικα τα μπλουζ είμαι η Νέα Ορλεάνη
είμαι αγόρι πολεμιστής γυναίκα είμαι γυναίκα και παιδί
είμαι αέρας ανασφαλής στη νέκρα της γης
είμαι εγώ τα ποιήματα βαθιά κάτω απ’τη γη που κουνιέται.
Μπορώ. Μπορώ. Γράφω ξανά.
Δε θα ακρωτηριαστώ
τα δάχτυλα μου πήρανε της κάθαρσης τη φωτιά.
Περπατώ. Μ’ ένα παλιοπαντέλονο.
Με τις αισθήσεις μου αναμμένες.
Είμαι θέλω μπορώ
Γιατί μπορώ μπορώ μπορώ
επαναληπτικά ν΄αγαπάω..



Περπατώ

Περπατώ


Περπατώ


Με ραμμένες τις τσέπες μου στο ξύλινο παλτό


 μου
Περπατώ επαναληπτικά. Επαναληπτικά

 περπατάω.
Περπατώ με τα χέρια στη βροχή

πάνω σ’ένα μεταξένιο σκοινί -λώρο ομφάλιο


που ενώνει τον ουρανό με τη γη τα πάνω με τα


 κάτω.
Προχωρώ

με βραχυκλωμένους προβολείς


χωρίς δίχτυ ασφαλείας απο κάτω.
Περπατάω παράλογη σ’αντιστραμμένη λογική

δίκαιη μόνο κι αποφασιστική


να κάνω πράξη όλα όσα έχω σκεφτεί


να κάνω πράξη όσα έχω γράψει


Τραβάω το σκοινί ακόμα πιο κει


προχωρώ ένα βήμα πιο πέρα.
Το κεφάλι μου πλησιάζουνε άγνωστοι μυστήριοι

 πλανήτες.


Γλάροι και καταδιωκτικά αστρικά


μ’ακολουθούν σαν υπέρηχο πλοίο.
Βρέχει κάτω στις γειτονιές της γης…
Περπατώ χριστιανή στους αντίχριστους

μαύρη κι άθεη στων Κου-Κλουξ-Κλαν το γκέτο


Είμαι βαθιά λυπημένη. Μια λύπη που δεν έχει


 όνομα.


Μια λύπη που δεν έχει ξανά ποτέ γραφτεί.


Ο σκορπιός όταν κυκλώνεται


καρφώνει την ουρά με τη δαγκάνα του απάνω 


του.

Την καρφώνει στο σώμα.(Κατερίνα Γώγου-''Το


 ξύλινο παλτό'' 1982


“Κοιτώντας τα πόδια μου

που βγάζουνε ρίζες

ξέρεις, πως πιο πολύ από όλα ,τα δέντρα

 σιχαίνομαι

γιατί είναι ακίνητα”


Τι θα γινόμουν άραγε, θεέ μου

αν δε μου ‘χες δώσει δώρο θυσίας

την ποίηση;

Από που, πως νεκρή ζωντανή, εδώ θα

 κρατιόμουν;


“Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ


στον ουρανό ψηλά


θα ‘μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα


 πέφτω.


Ίσως κάνω λάθος που θέλω να γράψω για να


 κρατηθώ.”

Κατερίνα Γώγου - ''Απόντες'' 1986



(Η Κατερίνα Γώγου σε παιδική ηλικία)


Εγώ! Στον φόβο μπαίνω μέσα


Όταν φοβάσαι, δε κρύβεσαι...

ΜΕ ΛΕΝΕ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Τρίτη μέρα.


Ξημέρωμα της ποιας μέρας;...Χαράζει η ώρα...

Βραδιάζει ο κόσμος.


Ουρανός και θάλασσα ένα.


Χωρίς διαζευκτικό ή...


Όπως θάνατος-ζωή-νύχτα-μέρα-χάος-αρμονία.

Τώρα;...



Εγώ, Οδυσσέα τον ουρανό τον είδα
απ' την κορυφή της Γκιώνας, απ' τα ψηλἀ  αετώματα
κι από τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας  Ομονοίας.
Αυτό δε λέει πως δε σ' αγαπώ. Πως δεν  είμαι χτυπημένη.


Με λένε

Το όνομά μου βγαίνει από το όνομα


του μεγαλύτερου κινδυνευτή


της πατρίδας μου,

Με λένε Οδύσσεια.


Ω, πόσο αγαπώ τη γη, το νερό, τον αέρα,

 τη φωτιά...


Και τι ανέντιμη.


Τόσες φορές που μ' έχει σώσει το νερό


πνιγμό απ' το νερό φοβάμαι.


Και να με λένε Οδύσσεια.


Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί


χωρίς συντρόφους και πανιά


στ' απόκρημνα νερά


χωρίς για μένα γυρισμό


μόνο να ταξιδεύω.



Δέντρο ήμουνα κι έσπασα

Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά

γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά

να παίξουνε τους κρεμασμένους

''Μπορεί δίκαια''…

Προκάλεσα με πάθος τη ζωή.

Ασέβησα δυο φορές γιατί τους ήξερα τους

 Νόμους.

Άσκησα την όραση για μακριά

Κι έχασα τα κοντινά μου”

Εσύ

Εσένα που αγάπησα.

Κοίτα άμα πιείς κι όπως πάντα μεθύσεις

μη πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες

Δε θα άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο

σε ξεροπόταμους να πλέω…

Κατερίνα Γώγου - ''Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών'' 1988 



''Νόστος''-1990-Κατερίνα Γώγου 

Το βασίλειό μου/ πέρα από τις αφετηρίες όλων των ανέμων/ είναι ορατό/ από την άλλη μεριά των γαλανών βουνοκορφών./

Με χωρίζει απ' τους δικούς μου/ ένας κακόγουστος με ψεύτικη ημερομηνία θανάτου/ μαρμάρινος σταυρός/ εκείνου νομίζω που ονομάσανε πατέρα μου./ Είναι μακρύς ο δρόμος/ κι έγω έρχομαι από πολύ μακριά με σκόνη./

Το άλογό μου/ τηρώντας τους νόμους της φυλής/ με το σπαθί βουτηγμένο στον ήλιο/ το έσφαξα./ Με σύρανε ΕΔΩ./ Είμαι ακόμα ΕΔΩ./ Στο βασίλειο της χειρότερης ταπείνωσης./ Στο κράτος της Ανάγκης.
Όποιος δεν έχει τίποτα

μονάχα αυτός ξέρει το 

τίποτα

Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.


«…τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε…»


 (Κατερίνα Γώγου)


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...