Translate

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Τα λόγια..ήταν της Θάλασσας...

Η  «αλς»,  «θάλαττα»  ή  θάλασσα  έγινε  η
ψυχή των έργων ιστορικών, πεζογράφων
και  ποιητών.  Γιατί  είναι  μια  παρουσία
ζωντανή  και  αυθύπαρκτη,  που  διέπει  τη
νοοτροπία και επηρεάζει τις καταβολές του
λαού μας, δημιουργώντας μαζί του έναν
ιδιαίτερο στενό δεσμό.

Μη φωνάζεις σε παρακαλώ! Μη φωνάζεις!
'Ολοι οι άνθρωποι φωνάζουν!
Είναι ωραία να μιλάνε σιγά!...
ΑκΟυ!!ΜιλΑει η ΘαλΑσΣα!!
Ξέρεις τι λέει;
ΕλευΘεριΑ λεει...εΛευθΕριΑ λεει...(K.Γώγου)
Ο Σεβάχ ο θαλασσινός
Στίχοι:Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική:Mάνος Λοίζος

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

.(
Ναζίμ Χικμέτ) -Σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου

Σὲ ποιά θάλασσα-Γιώργος Θέμελης
Σὲ ποιά θάλασσα,
ποιός οὐρανὸς
σ’ ἔχει φιλήσει;..


Τὰ μαλλιά σου τρυποῦν
τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνέμου,
σὰν τὰ δέντρα καὶ σὰν τὰ ταξίδια!

Τὸ χέρι σου χαμόγελο,
φωνὴ σὰν τοῦ νεροῦ,
σὰν κοριτσιοῦ κάτασπρη ντάλια!

Ὅπου κι ἂν κοιτάξεις,
προβάλλει τὸ πρόσωπό σου,
κατεβαίνει τὸ βλέμμα σου
ἀπὸ χίλια
λουλούδια!


Κοίταξε, κάλλιο,
τὸν ἴσκιο ποὺ πέφτει,
τὸν καβαλλάρη τῆς βροχῆς,
τὸ χαμογέλοιο
τοῦ καλοῦ θεοῦ!..



ΣΠΟΥΔΗ ΘΑΛΑΣΣΗΣ-Νίκος Καββαδίας

Αγνάντευε απ' το κάσσαρο τη θάλασσα ο "Πυθέας"
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.

Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυο γυμνές γυναίκες στη στεριά.

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.


Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ' αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες,
- μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες -
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ' την Κίνα.


Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.


Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.


Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα η ντροπή.


Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

Γῆ τῶν ἀπουσιῶν-Κική Δημουλά (Aπόσπασμα)
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα
.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω

στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν

ἀπουσιῶν

ἔτσι σὲ βρίσκει:

πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.

Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα

 βαπόρι


Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,

κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,

βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς

οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΟΥ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ' εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσα του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη΄όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα. 

(Κ.Π. Καβάφης)

Σκοτεινή θάλασσα της πόρτας μου (Γιάννης Τόλιας)

Ξυπνάω άνθρωπος μισός
κι ανάβω
το πικρό τσιγάρο του καφέ

Ο άλλος μου κωλυσιεργεί στο όνειρο

Σβήνει στο τζάμι του πρωινού
τα χρώματά της
πρωθύστερη η δύση

Σκοτεινή θάλασσα
της πόρτας μου
αν σε ανοίξω μόνος μου
θα πνιγώ.

 Του Αιγαίου Ο έρωτας το αρχιπέλαγος
κι η πρώρα των αφρών του,
και οι γλάροι των ονείρων του.
Στο πιο ψηλό κατάρτι του
ο ναύτης ανεμίζει ένα τραγούδι
.(Οδυσσέας Ελύτης)
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται  ὁ ἔρωταςΚι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿  ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο. (Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ.
ΔΗΛΟΣ Όπως    βουτώντας    άνοιγε τα μάτια κάτω απ' το νερό   να φέρει σ' επαφή το δέρμα του μ' εκείνο το λευκό της μνήμης που τον κυνηγούσε (από κάποιο χωρίο του Πλάτωνα)

Ολόϊσια μέσα στη καρδιά του ήλιου    με την ίδια κίνηση περνούσε κι άκουγε   να ορθώνει πέτρινο λαιμό και να βρυχιέται ο αθώος του εαυτός ψηλά πάνω απ' τα κύματα
Κι όσο να βγει στην επιφάνεια πάλι     του άφηνε καιρό η δροσιά να σύρει κάτι από τα σωθικά του ανίατο στα φύκια και τις άλλες ομορφιές απ' τα ύφαλα
Έτσι που να μπορέσει τέλος να γυαλίσει μέσα στο αγαπώ
 καθώς που γυάλιζε το φως το θεϊκό μέσα στο κλάμα του νεογέννητου.
Και αυτό θρυλούσε η θάλασσα. (Οδυσσέας Ελύτης)

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
που θα `θελα να σε υιοθετήσω
Σχολείο να σε στείλω στην Ιωνία
να μάθεις μανταρίνι κι άψινθο


Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
τον ήλιο να γυρίσεις και ν’ ακούσεις
Πώς η μοίρα ξεγίνεται και πώς
οι μακρινοί μας συγγενείς συνεννοούνται ακόμα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
για να σε κοιμηθώ παράνομα
και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου

κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών
κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράλειτου. (Οδ.Ελύτης)

ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ (Οδυσσέας Ελύτης)
στο σημάδι ετούτο που παλεύει
 πάντα κοντά στη θάλασσα
 νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
 Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
 Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος

Η ΘΑΛΑΣΣΑ-(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη (Απόσπασμα)


Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 

Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό
ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή! 


ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΠΛΗΓΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΑΛΙ(Γιώργος Σεφέρης)
Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι

ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου

ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;


Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;

Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι

δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,

βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων

κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.


**********

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας (Μυθιστόρημα ΚΔ’, Γιώργος Σεφέρης)

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης. Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια, 5 ας γυρίσουν προς το έρεβος * τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Δεκέμβρης 1933 – Δεκέμβρης 1934
Γεώργιος Σεφέρης- Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.

Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ

κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.

Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,

μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σοὺυ
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις»

Ἡ θάλασσα καὶ τὰ ποτάμια(Γεώργιος Δροσίνης)

 Πῆγαν τὰ ποτάμια
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:

Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
ὅλα μας τὰ πλούτη,
ὅλη τη χαρά μας,
ὅλη τη ζωή μας,
ὅλα τὰ νερά μας.
Καὶ γιὰ πληρωμή μας
σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
Παίρνεις τὰ νερά μας
καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!
Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
Τὰ γλυκὰ νερά σας
πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
ἁρμυρὴ πλασμένη
Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
κάθε τί θὰ γένει.
Τὰ παράπονά σας
πάνε στὰ χαμένα.
Θέτε τὸ καλὸ σάς;
φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.

Ἄλλοτε η θάλασσα...

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα

Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας

Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός..
Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος

Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
Καὶ ν᾿ ἀγαπάει μία γυναῖκα
Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
Κι ἔτσι νὰ χάνει καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του (Γιώργος Σαραντάρης)   
''σα θαλασσινό φεγγάρι/ πάνω από την Αμοργό''(Ν.Γκάτσος)

Νίκου Γκάτσου, «Φέρτε μου τη θάλασσα»

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.


Έθρεψα τα σπλάχνα σου, κύμα πελαγίσιο,
με χιλιάδες μνήματα μέσα στο βυθό.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.

Οι νεκρές αγάπες μου δε θα ‘ρθούνε πίσω,
βάλτε με στον κόρφο της ν’ αποκοιμηθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.
 
ΘΑΛΑΣΣΑ θάλασσα
στο νου στην ψυχή και στις φλέβες μας θάλασσα.

Είδαμε τα πλοία να φέρνουν τις μυθικές χώρες
εδώ στην ξανθή αμμουδιά
όπου αργοπορούν οι βραδινοί οδοιπόροι.
Ντύσαμε τις παιδικές αγάπες μας
με νωπά φύκια.
Προσφέραμε στους θεούς της ακρογιαλιάς
όστρακα στιλπνά και βότσαλα.

Γιάννης Ρίτσος «Το Εμβατήριο του ωκεανού»
Ερωτόκριτος -Νίκος Γκάτσος 

Τα μάτια του δυο στάλες απ' τη

 θάλασσα 

κι ο ίδιος στο τιμόνι σαν κουρσάρος

να γίνει Ερωτόκριτος τον κάλεσα

και να 'μαι εγώ στα πόδια του

 Κορνάρος.

Μαζί σε ξενιτιές να ταξιδέψουμε 

του έρωτα να βρούμε όλους τους

 τρόπους 

χωρίς ποτέ ποτέ μας να ξοδέψουμε

αυτό που λεν αγάπη στους ανθρώπους.

Με της καρδιάς τ' ατσάλι και το σίδερο

σ' απάτητες ν' ανέβουμε μαδάρες 

ν' ανάψουμε κερί στον Άγιο Ισίδωρο 

κι ευχές να γίνουν γρήγορα οι κατάρες.

Αμοργός(απόσπασμα)Νίκος Γκάτσος 

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη 
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου 
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης''.

Ἡ Ξανθούλα-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (απόσπασμα)

«Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα,γιατὶ μοῦ μοιάζει,
μ᾿ ἀρέσει, σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς κρυφά,
πότε ἀγριεύεται, βόγγει, στενάζει,
καὶ πότε ὁλόχαρη παίζει γελᾷ.

Δὲν εἶν᾿ ὁλόξανθη σὰν τὰ μαλλιά μου;
Δὲν εἶν᾿ ὁ κόρφος μου σὰν τὸν ἀφρό;
Μέσα στὰ μάτια μου τὰ γαλανά μου
δὲν ἔχω κύματα, τάφο, οὐρανό;

Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
κι ἂς ἔχῃ μέσα της κόσμο θεριά...

«Κῦμα μου ἀνήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μὴ μ᾿ ἀγριεύεσαι,πλάγιασ᾿ ἐδῶ...
Θἆμαι γιὰ σένανε γλυκὸ λιμάνι...
Τί ἀξίζει ἡ θάλασσα χωρὶς γιαλό;»


Έχω κάτι να πω στη θάλασσα. Πάρτε με κοντά της το πρωί πούναι μονάχη. Κώστας Μόντης

Άπλωνα, θάλασσα...Νικηφόρος Βρεττάκος
Άπλωνα, θάλασσα...
Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού,
Ζητώντας απ' όλα βοήθεια κι αγάπη.

Όλα μου έδωσαν. Κ' εκτός από τον
ομιλούντα σου φλοίσβο και τον
ρυακίζοντα ουρανό, η ψυχή μου
πήρε απ' όλα, θησαύρισε
πράγματα.
Κ' έγινε ομοίωση,
σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
φωνή μου, φως μου το φως του.
Η ψυχή μου, ο κόσμος που γίνεται
λόγος. Η ψυχή μου, ο λόγος
που γίνεται κόσμος.
Μὲ τὴ σιωπὴ τῆς θάλασσας θὰ λάβεις τὴ λύπη μου.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ αἰώνιό μου ''Μή με λησμόνει''(Ν.Βρεττάκος)
Η Θάλασσα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννη Ρίτσου «Το Εμβατήριο του ωκεανού»
''Παραθέματα ''

ΘΑΛΑΣΣΑ θάλασσα

στο νου στην ψυχή και στις φλέβες μας θάλασσα.




Είδαμε τα πλοία να φέρνουν τις μυθικές χώρες

εδώ στην ξανθή αμμουδιά

όπου αργοπορούν οι βραδινοί οδοιπόροι.


Ντύσαμε τις παιδικές αγάπες μας

με νωπά φύκια.

Προσφέραμε στους θεούς της ακρογιαλιάς

όστρακα στιλπνά και βότσαλα.

Painter, Rita Camphuijsen
…και τ ρ α γ ο υ δ ά μ ε τη θάλασσα

κοιτώντας το ασημένιο σύννεφο

πλάι στ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι.


Ακούσαμε το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας

και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε.




…μετέωρο κατάφωτο ασίγαστο

το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας…


Έξω από τα παράθυρα το γαληνό κ ι θ ά ρ ι σ μ α του μπάτη…(Γιάννης Ρίτσος)

 Κάποιοι στίχοι από την ποιητική του σύνθεση «Μυθιστόρημα», γραμμένοι το 1934, Γ.Ρίτσος
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας

χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Έξω στο λιακωτό σιμά στη θάλασσα

το βραδινό τραπέζι μας λιτό.

Μούσκευε στο κρασί ψωμί σταρένιο η Άνοιξη

και το φεγγάρι μυστικά ζωγράφιζε

στα ελληνικά χωματένια λαγήνια

σκηνές από την Τροία.(Γιάννης Ρίτσος)
Είχαμε τον κήπο μας στην άκρη της θάλασσας.

Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός

κ’ η μητέρα καθισμένη

στο χαμηλό σκαμνί

κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης

με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών

με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη

γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.




Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.

Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα

- μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου

- ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.



Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.

Μα εγώ

πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο

πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά

στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας

κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.




Ένας γλάρος με φώναζε

στο βάθος της εσπέρας

εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.(Γιάννης Ρίτσος)
Ήλιε, Ήλιε

που βάφεις μ’ αίμα τη θάλασσα

γυμνός προσφέρομαι στη φλόγα σου

να φωτίσω τα μάτια των ανθρώπων.




Αδέλφια μου

ακούστε τη φωνή σας, τη φωνή μου

ακούστε το τραγούδι του ήλιου και της θάλασσας.(Γιάννης Ρίτσος)
 http://31.media.tumblr.com/tumblr_m345kml6bu1qc2qk9o1_500.gif
 "Μυθιστόρημα" του Γιώργου Σεφέρη(απόσπασμα)
ΚΔ'
Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ' ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
 

Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...