Translate

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Οι ''παιδικές'' ποιητικές συλλογές, του Γιάννη Ρίτσου

Η πρώτη ποιητική  συλλογή, του Γιάννη Ρίτσου, που αφιερώνει στο παιδί έχει τίτλο: "Πρωινό
άστρο" και φέρει  τον υπότιτλο "Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών για την
κορούλα μου".
 Γράφεται το 1955 εμπνευσμένη από τη γέννηση της κόρης του Έρης,
εκδόθηκε την ίδια χρονιά και περιλαμβάνεται στον Β' τόμο των ποιημάτων του.
Είναι ένα μακροσκελές ποίημα, με πολύ τρυφερότητα, έτσι δικαιολογείται και ο
υπότιτλος "Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών". 
Αποτελείται από δεκαεννέα αυτοτελείς ενότητες.
 Το σκηνικό μέσα στο οποίο τοποθετούνται τα πρόσωπα και
διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι το παιδικό δωμάτιο. 
Πρόκειται για ένα νανούρισμα
με το οποίο ο ποιητής δίνει πληροφορίες στο νεογέννητο κορίτσι για τη ζωή του και για
την αγάπη του. 
Από την αρχή του ποιήματος περιγράφεται με λυρικό τρόπο ο ύπνος του
παιδιού και το ξύπνημά του. 
Είναι μια ευκαιρία για τον ποιητή στο διάστημα αυτό να 
θυμηθεί τον εαυτό του και να τοποθετηθεί μέσα στο θαυμαστό γεγονός της νέας
δημιουργίας
Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος είναι χαρακτηριστικοί για το λυρισμό τους
και είναι ένα χαρούμενο διάλειμμα της δημιουργικής πορείας του ποιητή.
 Είναι ένα
νανούρισμα από τα καλύτερα στο είδος. 
Να ένα μικρό δείγμα από τους στίχους αυτούς:
"Νάτη η νύχτα που σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι
σέρνει τη μεγάλη ουρά του
πάνω στα καμπαναριά,
τα πουλιά και τα παιδιά
τα σταυρώνει, τα χρυσώνει..."

Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς, μακρύς ο δρόμος.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα από τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.

Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                        μακρύς
                                    μακρύς ο δρόμος.
Μετά από εννέα χρόνια ο ποιητής κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή
με παιδικά ποιήματα που είναι αφιερωμένη στο Φωτούλη, δευτερότοκο γιο των
επιστήθιων φίλων του, Τάσου και Μιράντας Φιλιακού και στην αγαπημένη του κόρη
Έρη. 
Έχει τον τίτλο "Παιχνίδια του ουρανού και του νερού" και έχει περιληφθεί στον
τρίτο τόμο της έκδοσης των ποιημάτων του.

1.
"Δυο τσαμπιά κάθονται στη φούχτα μου,
δυο πέρδικες, τριανταφυλλένια μου.
Κ' ύστερα, με τον Τρυγητή, λαγούτα και ντουφέκια –
πίνει ο πατέρας το κρασί, και το μωρό στο γάλα" (Γ, 508).
2.
"Έτσι το κρασί κ' έτσι το μέλι
για να γίνει, θέλει
πάλεμα κι οργή, μαθές,
να γλυκάνουνε τα χείλη" (ΧΧΙ
V
, Γ, 511).
3.
"Κι όπως γαλανίζει το βραδάκι,
το μαβί, το βιολετί
να κ' η παναγιά στη δημοσιά
πλάι στα κάρα, στα κουδούνια, στα σταμνιά
και στα κλαδωτά μαντήλια,
να τη η παναγιά
να κρατάει στην ασημένια της ποδιά
πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια" (XL, Γ, 518).

Η τρίτη ποιητική συλλογή για παιδιά έχει το "σαιξπηρικό τίτλο" "Όνειρο
καλοκαιρινού μεσημεριού".
 Σ' αυτή τη συλλογή περιέχονται ποιήματα για παιδιά του
δημοτικού και του γυμνασίου. Γράφτηκε το 1938 όταν ο ποιητής νοσηλευόταν στο
σανατόριο της Πάρνηθας.
 Κυκλοφόρησε το 1980 σε αυτοτελή έκδοση μαζί με τις
συλλογές "Διαφάνεια", "Μονόχορδα" και "Πάροδος".


Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τη συλλογή αυτή και
γι' αυτό το λόγο το πρόσωπο που κυριαρχεί είναι το πρώτο ενικό. Ο ποιητής αναπολεί
τα παιδικά του χρόνια με την ανεμελιά και την αθωότητα που τα χαρακτήριζε, μακριά
από τα βιβλία, τις πολλές σκοτούρες και το μυαλό του πάντα να τρέχει στα παιχνίδια
και τις σκανταλιές.
 Η φαντασία βρίσκει τρόπους και υλικά για να
προετοιμάσει τα παιδιά στην πορεία προς την ωριμότητα
Γιάννης Ρίτσος
Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού
Ποιητικά παραθέματα


ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που
περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα
του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται
στο νερό.
Πίνακας ζωγραφικής,christian schloe 
Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας
πεταλούδας.
Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια
ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και
πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας.
Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει
τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως.
Φαίνεται κάπου η θάλασσα.
Έρχεται κι ο κάμπος όμοιος με πράσινη χελώνα που ξυπνάει.
Ύστερα ο κάμπος γίνεται όμοιος με τον κάμπο, κι εμείς παιδιά που παίζουνε στον κάμπο.
Σαν την καρδιά μικρού χελιδονιού που τρέμει στην παλάμη της αυγής
γίνηκε η μνήμη σου μόλις βγήκε το πρώτο πράσινο φύλλο.
Θυμάμαι που καθόσουν και κοιτούσες μέσα στα στρογγυλά μεγάλα
μάτια των ήμερων βοδιών, τις μικρογραφίες των αγροτικών εικόνων: τη
σμαραγδένια λεκάνη του κάμπου, τη μικρή εκκλησίτσα με τα
κυπαρίσσια, την άσπρη καμπύλη των περιστεριών πάνου απ’ το δάσος,
τις θερίστρες με τα δεμάτια των σταχυών και με τα κίτρινα μαντίλια.
Δεν ήξερες την αρχιτεκτονική των τριαντάφυλλων, μήτε τον τρόπο
που περπατάνε τα πουλιά στον αέρα.
Καλημέριζες τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά, όπως καλημέριζες και
τα κορίτσια.
Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι
μαργαρίτες να χαιρετήσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς
φορτίο σκιάς και θύμησης.
Αργότερα έμαθες να χαιρετάς μονάχα τους ανθρώπους βγάζοντας το
καπέλο, κι έλεγες μόνο στα λουλούδια «ευχαριστώ» κάθε φορά που δεν σ’
άκουγε κανένας.
Ύστερα βιάστηκες πολύ να μεγαλώσεις, να φορέσεις μακριά
παντελόνια, να μάθεις γράμματα, για να πάψεις να λες «ευχαριστώ», να
χτίσεις ένα τριαντάφυλλο όπου κοιμάται μια λυπημένη αχτίνα αχτίνα στην
άδεια κάμαρα της ευωδιάς.
Τώρα ζητάς να ξαναπείς με τα ίδια χείλη εκείνο το ίδιο «ευχαριστώ» 
που τόσα χρόνια ζήταγες να ξεχάσεις.

ΑΠΟΨΕ κοιμηθήκαμε στην ποδιά της Άνοιξης, ακουμπώντας το
κεφάλι στην καρδιά της.
Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας.
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην
κάμαρα μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα
των σκιών που ‘χαν μείνει από χτες βράδυ στο πάτωμα.
Μια στιγμή, να νιφτούμε, και φτάσαμε.
ΧΡΙΣΤΕ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά
τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε
θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;
Μη χαμογελάς που ‘χω κι εγώ δεμένο το κεφάλι.
Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες.
Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς
να σε μάθω φλογέρα.
Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπο σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν
ανοίγει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο
φεγγάρι.
Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι
που κουρεύουν τα πρόβατα.
Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα
πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα
μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες.
Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το σέρνουν
οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παράδεισου ενώ οι άγγελοι
θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν τα παιδάκια που μείνανε κάπου
στον κάμπο.
ΟΛΟΣ ο κόσμος γέμισε λουλούδια και πουλιά.
Ο κάμπος κουδουνίζει απ’ τις χαρούμενες φωνές τους.
Κουδούνια στους λαιμούς των γαϊδουριών.
Κουδούνια στ’ αφτιά του ήλιου.
Κουδούνια στην άκρη των φύλλων.
Κουδούνια στις πλεξούδες των κοριτσιών.
Όλα χορεύουνε στο φως και κουδουνίζουν.
Κι ο παππούς βγήκε στη λιακάδα να πλέξει με χλωρά κλαδιά μικρά
καλάθια, για να μαζέψει κούμαρα κι αυγά περιστεριών
ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε
σπίτι.
Ο ήλιος μας φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας. 

Θα σε πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις και να μας
γνωρίσεις.
Τότε τα μικρά χελιδόνια θα καθήσουν στα δάχτυλα σου, μα πάλι εσύ
δε θα ξέρεις να γελάσεις πολύ.
Πώς να βγάλουμε, μητέρα, την πέτρα που φράζει την πόρτα σου;
Κι όμως στα τζάμια των παραθυριών μας λάμπει ζωγραφισμένο το
πρόσωπο της αυγής και γύρω γύρω σαν κορνίζα οι ανθισμένες μηλίτσες
της βουνοπλαγιάς.
Εμείς πηδάμε απ’ τα παράθυρα.
Ο ουρανός ανθίζει μέσα μας χαμόγελα, κι όπου στεκόμαστε είμαστε
παντού.
Μητέρα, πικραμένη μητερούλα, πάμε στον κήπο να σε μάθουμε τώρα
με τη σειρά μας να συλλαβίζεις το αλφάβητο του ήλιου και λίγο λίγο να
διαβάζεις λουλούδια.


ΑΛΛΟΤΕ διαβάζαμε τα μαθήματα μας, κάναμε την προσευχή μας
και λέγαμε πως δυό και δυό κάνουνε τέσσερα.
Τώρα, δυό λουλούδια και δυό αχτίνες δεν κάνουνε τέσσερα – κάνουνε
την ψυχή μας.
Κι ένα τριαντάφυλλο και μια πεταλούδα δεν κάνουν δυό – κάνουν ένα
Θεό.
Κι ένας Θεός κάνει όλα.
Λοιπόν, η ψυχή μας μαζί με την ψυχή του Θεού πόσα κάνει;
Ο δάσκαλος δεν ξέρει.
Εμείς το ξέρουμε πως κάνει: ένα.
Το διαβάσαμε σήμερα στο ανοιχτό βιβλίο του ήλιου, σήμερα που
ξεχάσαμε όλα τα βιβλία.
Ο δικός μας Θεός γίνηκε πάλι ένα τζιτζίκι, και τραγουδάει μες στην
καρδιά μας την ώρα που κλαδεύουμε τα δέντρα του παράδεισου και
φυτεύουμε γεράνια και γαρίφαλα γύρω τριγύρω σ’ όλες τις αυλές και τα  περιβόλια.
Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ μας κάνουν χωρίστρα τα μαλλιά τους, φοράνε
ματογυάλια, κάθουνται μπρός σ’ ένα τραπέζι ολόγιομο βιβλία και λένε
κάθε μέρα τα ίδια λόγια που μυρίζουν κλειστό ντουλάπι με άδεια
ποτήρια.
Άλλοι πάλι φορέσανε στη μέση ένα μακρύ σπαθί και περπατάνε πέρα
δώθε.
Εμείς ξέρουμε δα κι από βιβλία κι από σπαθιά κι από λουλούδια, μα
δεν καταλαβαίνουμε τι θα το κάνουν το σπαθί, αύριο που θα ‘ναι
καλοκαίρι και θ’ ανθήσουν οι ροδιές.
Το σπαθί θα μπερδεύεται στα πόδια τους κι αυτοί δε θα μπορούν να
συνοδέψουνε την Άνοιξη, που θα τους κοροϊδεύει, έτσι όπως
κοροϊδεύουν τα κορίτσια του χωριού μας τα παλικάρια που ‘ρχονται απ’
την πόλη και δε γνωρίζουν τα λουλούδια και τα λάχανα. Εμείς τέτοιο
φόβο δεν έχουμε.
Εμείς ξέρουμε τ’ όνομα του ήλιου κι όπου κι αν βρεθούμε ο ίδιος
ήλιος θα ‘ναι – κι ο ήλιος μας ξέρει.
ΕΜΕΙΣ μαζεύουμε παπαρούνες και φτιάχνουμε κόκκινα ματογυάλια.
Φοράμε το χρυσό καπέλο του ήλιου, τ’ ασημένιο κολάρο του
ποταμιού και την πράσινη γραβάτα της χλόης.
Έτσι περπατάμε στα χωράφια κάνοντας το βήμα των γερόντων σα να
κοροϊδεύουμε τους γέρους.
Οι περβολάρηδες μας κυνηγάνε, μας διώχνουν απ’ τα θερμοκήπια,
όπου αρρωσταίνουν απ’ τη θλίψη τα λουλούδια.
Α, πως θέλουμε να σπάσουμε τούτα τα γυάλινα νοσοκομεία και τις
γυάλινες φυλακές για να βγούν τα λουλούδια περίπατο στους
κυριακάτικους δρόμους.
Δε ζητάμε τίποτ’ άλλο.
Εμείς και τα κόκκινα ματογυάλια μας βάφουμε κόκκινο το μούτρο
της γριάς βροχής και χτυπάμε παλαμάκια κάθε φορά που ένα
μπουμπούκι σκάει  απάνου στο ξερό κλαδί
ΕΝΑ ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει
και στον ουρανό.
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο.
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωτιές σαν ανοιχτά
φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης.
Εκεί κάθουνται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα,
και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα.
Εμείς κουβαλήσαμε δω πέρα το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ
που όλοι κλαίγαν μες στον άνεμο και κρυώναν.
Κι ο Θεός δεν είναι πια θυμωμένος με τους άγγελους που κλέψανε τα
μήλα, μήτ’ έχει μια μεγάλη χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια σαν τον
άλλον, που κάθεται ακαμάτης, καθημερινή και σκόλη, πάνου στο ταβάνι
της εκκλησιάς και γίνηκε γκρινιάρης γιατί ποτέ δεν πήρε το σκαμνί του
να βγει να κάτσει στη λιακάδα της αυλής, να ξεμουδιάσουν τα ποδάρια
του που μούχλιασαν απ’ το λιβάνι κι απ’ την υγρασία.
Έχουμε ακόμη καιρό να κόψουμε παπαρούνες για να μη γεράσουν τα
χέρια μας μέσα στα μοναστήρια των βιβλίων.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ οι μυγδαλιές με τ’ άσπρα τους φορέματα περάσαν
κάτου απ’ τα παράθυρα μας αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα
χλωμά κορίτσια του ορφανοτροφείου όταν γυρίζουν από μια μικρή
εκδρομη, την Κυριακή, πιασμένες δυό δυό απ’ το χέρι, χωρίς να μιλάνε,
χωρίς να βλέπουν τ’ άστρα που φυτρώνουν ένα ένα μες στον ίσκιο,
μακρινά κι ευτυχισμένα.
Αύριο θα στείλουμε τις μυγδαλιές περίπατο στο ακροθαλάσσι να
πλύνουνε τα πρόσωπα τους απ’ τη σκόνη της λύπης μας.
Και το βράδυ που θα γυρίσουν χαρούμενες, θα μας φέρουν τα πρώτα
μας λόγια πλυμένα στη θάλασσα, κι εμείς θα κλαίμε στο ανοιχτό
παράθυρο απ’ τη χαρά μας που μπορούμε να κλαίμε.
Πάρνηθα, 1938
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...