Translate

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Το ''Χιόνι'' στην ποίηση




https://lh5.googleusercontent.com/-YoDjYurHb6U/UuaYeOvypqI/AAAAAAAAQfw/vhVfyxsTEp4/w800-h600/IMG_8944-SNOW.gif

"Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης. Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία προς τι να έρθει;" (Κική Δημουλά)
https://31.media.tumblr.com/862cc90d3633ada09c3f1d38c532f5f3/tumblr_ny8cgbYgrf1umayczo1_500.gifΓιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.


Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.
http://49.media.tumblr.com/d21aa8bbaffb0485ff1ee226c26dcb91/tumblr_nygdko32Q81qavukro1_400.gif Από την «Εαρινή Συμφωνία» του Ρίτσου:
«Θ’ αφήσω/ τη λευκή χιονισμένη κορυφή/ που ζέσταινε μ’ ένα χαμόγελο/ την απέραντη μόνωσή μου. – Θα τινάξω απ’ τους ώμους μου/ τη χρυσή τέφρα των άστρων/ καθώς τα σπουργίτια/ τινάζουν το χιόνι/ απ΄ τα φτερά τους.»


tree window snowing bedroom snowfallΗ νοσταλγία γυρίζει-Μίλτος Σαχτούρης

Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ
κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά

Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ
Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει

snow snowing christmas winterΧΙΟΝΙ-Μίλτος Σαχτούρης

Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!

https://www.lovethispic.com/uploaded_images/thumbs/38117-Snow-Falling.gif
(Ορέστης Αλεξάκης)-Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989)
Κάποτε μες στο σπίτι μου
χιονίζει

γίνεται τότε η κάμαρα
λευκό τοπίο
σηκώνονται απ’ το χώμα παγωμένοι
και με πλησιάζουν
οι νεκροί μου φίλοι

Τα ραγισμένα χέρια τους απλώνουν
ζητούν
τη θαλπωρή του σώματός μου

Δεν έχω σώμα πια δεν έχω
φλόγα
τίποτα δεν μπορώ να σας προσφέρω
μόνο να μοιραστώ την παγωνιά σας
στερνός κι εγώ στην αλυσίδα κρίκος

διασχίζοντας αυτή την άγρια στέππα
προς το βαθύ κι ανεξιχνίαστο μέλλον


Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

[Νίκος Καρούζος: 5.01.1985]


Τοπίο-(Μυρτιώτισσα) https://s-media-cache-ak0.pinimg.com/originals/78/a5/f9/78a5f993a89f3e35c53c82bce9f2af6e.jpg

 «Αγαπημένε, στρώνεται το χιόνι στον
κήπο, στην αυλή, στα κεραμίδια. Την
αρχοντιά του όπου σταθεί ξαπλώνει,
περήφανο και πάναγνο το χιόνι»





http://25.media.tumblr.com/a71a53ca077cf3f7d180943ed4345785/tumblr_n1j2zp5rTV1qdblieo1_250.gif
Χιόνι-
(Τάκης Βαρβιτσιώτης)

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας
Μακριά σημαίνουν καμπάνες
Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη
Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα
Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

Απ’ την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά

https://33.media.tumblr.com/a3b1502ba9ac6600d44ca9d4d3932085/tumblr_nfgg67gapN1s38f7po1_500.gif

-Βέρα Πάβλοβα, [Μόνο χιόνι]:
Θα΄ναι χειμώνας, θαρρώ, όταν έρθει.
Από την αφόρητη λευκότητα του δρόμου
μια κουκίδα θα φανεί, τόσο μαύρη που τα μάτια θα θαμπώσουν,

και θα πλησιάζει για ώρα πολλή, πάρα πολλή
αντισταθμίζοντας την απουσία του με τον ερχομό του,
και για ώρα πολλή, πάρα πολλή, κουκίδα θα μείνει.

Ένας κόκκος σκόνης; Ένα κάψιμο στο μάτι;
Χιόνι, τίποτα άλλο δεν θα υπάρχει, μόνο χιόνι,
για ώρα πολλή, πάρα πολλή, τίποτα άλλο,
κι αυτός το χιονισμένο πέπλο θα παραμερίζει,
μέγεθος θα αποκτά και τρεις διαστάσεις,
κι όλο και περισσότερο θα πλησιάζει...

Αυτό είναι το όριο, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά.
Μα αυτός συνεχίζει να πλησιάζει,
και τώρα είναι τόσο πελώριος που δεν μπορείς να τον μετρήσεις.

nature pretty snow winter cold

Ανέστης Ευαγγέλου, Το χιόνι[Από την ενότητα Το χιόνι (1987-1990)]

Στον Κρίτωνα Ζωάκο

Χιονίζει πάλι σήμερα.
                            Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.
                                      Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο

και βρίσκω τ' αδερφάκι μου.

                                      Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ' εκεί με τ' αρκουδάκι του.
                                                     Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–,
για ν' απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν' απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ' όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.


Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ' αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.


Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
                                                Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι

πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ' το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
                Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.


Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη

τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.


Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.


Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.


Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα - 1994)
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85


http://pa1.narvii.com/5773/1b6866c5388ee0567b57f03021ca656ad313fd1a_hq.gif

Ο νεκρός-Νικηφόρος Βρεττάκος



Μας τον φέρανε λαβωμένονε.

Το γέλιο του ίδιο. Τα μάτια, τα χέρια του,

δεν έδειχναν τίποτα. Το μέτωπο του ήταν ήρεμο,

φορτωμένο, όπως πάντοτε.
Το χιόνι στα γένια του

είχε καθίσει με τον ίδιο απαράλλαχτα

τρόπο που κάθονταν και πάνω στα δέντρα.



Ένα φρέσκο γαρούφαλο μόνο, στο στήθος,

ζερβά, πάνω απ’ τ’ άσπρο πουκάμισο.

Μας έκανε νόημα κ’ εμείς

καταλάβαμε. Του πήρα το χέρι,

γονάτισα, έπιασα το ένα του δάχτυλο:
«Το χρυσό δαχτυλίδι μου να το πάτε στην Α

στην πόλη Ω».



(Το τελευταίο μικρό της γράμμα τον είχε

βρει τις προάλλες στο χίλια διακόσια

είκοσι ύψωμα. Γράφοντας του τον έλεγε

πάντα: «λουλούδι μου»).



Πάνω μας χιόνιζε. Σ’ όλων τα πρόσωπα

βημάτιζε η θλίψη: κάτι δάκρυα χοντρά

που καίγαν το χιόνι, κρεμιόνταν στα μάγουλα

κ’ έσταζαν πάνω του.
Κ’ εκείνη την ώρα

πιο ζεστό πράγμα σ’ όλο τον κόσμο

δεν ήταν θαρρώ – γιατί χιόνιζε, χιόνιζε

σ΄ όλο τον κόσμο.

Είχε το σύμπαν

σκύψει θαρρείς και χιόνιζε κ’ έκλαιγε

κ’ έσταζε πάνω στην άσπρη του ακίνητη
μάσκα: «Λουλούδι μου»






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...