Translate

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Ποιήματα του Καλοκαιριού

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade»



“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο.
Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.


Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.


Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.

Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.


Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.


Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.


Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)



Γιῶργος Θέμελης (1900 - 1976)

Ξυπνᾶς τὸ αἰώνιο καλοκαίρι
Ξυπνᾶς τὸ αἰώνιο καλοκαίρι,
ἀνατέλλοντας ἕναν ἄλλο ἥλιο,

κάνοντας πιὸ ὄμορφα, πιὸ θαυμαστὰ τὰ μάτια,
καθὼς ἐλπίζουν νὰ σὲ ἰδοῦν, κρεμῶντας μιὰ λευκὴ ἀντηλιά…

Κ’ εἶναι ἡ σκιά σου αὐτὸ τὸ φῶς τὸ εἰρηνικὸ ποὺ πέφτει
στούς κάμπους – στεφανωμένους μὲ πορφυρὴ αἰωνιότητα…

Κ’ εἶναι ἡ σκιά σου αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ μέ τυλίγει,
καὶ μὲ σηκώνει, μὲ κρεμνάει ψηλά,
στὴν ἄνοιξη τοῦ κόρφου του!..
Παλιά καλοκαίρια-ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ
Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια
ανάβουνε βλέμματα αλλότινα
θροίζουν αγγίγματα

Τίποτα, τίποτα δεν χάθηκε στ΄ αλήθεια

όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ

Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές

στις θημωνιές της μνήμης
πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης

κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί

η μνήμη τρέφει το παρόν
το παρελθόν μας δικαιώνοντας

γιατί ότι υπήρξε μια φορά

δεν γίνεται να πάψει να εχει υπάρξει
Πίνακας, Βασίλης Βαγιάννης
 Γιάννης Ρίτσος, Το τελευταίο καλοκαίρι
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες — τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
 Εγώ, 
τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω 
τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο 
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι 
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του, 
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα 'ναι το τελευταίο.
Καρλόβασι, 3.IX.89
Από την έκδοση Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991)
Πίνακας, Βασίλης Βαγιάννης

ARTIST - Willem Haenraets

 Θωμάς Γκόρπας, Πανόραμα (1975)-Ποιοι μας αγαπάνε;-

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.

Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…

να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…
Πίνακας -Βασίλης Βαγιάννης -«Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!» (Νίκος Καρούζος)
ARTIST - Willem Haenraets

(Νίκος Γκάτσος, απόσπασμα -Αμοργός)

Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Τίτος Πατρίκιος: Άλλο Ενα Καλοκαίρι

Για σκέψου να μην πρόφταινα

κι αυτό το καλοκαίρι

να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές

να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις

ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας

να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν

να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά

ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου

να κολυμπάω  σε θάλασσες ζεστές

ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά

ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους

ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα

για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά

– άσε να δούμε και για παραπέρα.
Ζωγράφος, Λουκάς Γεραλής

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Το καλοκαίρι
Απ' το κανάλι οι πάσσαρες με τ' απλωτά πανιά
γυρίζουν πρίμα,
μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ' ακριβά,
το πέρασμά τους γλύκανε κ' εσένα, πικρό κύμα!

Και πιο καλοπιθύμητα και πιο φανταχτερά
κι από τα κρίνα,
πάσσαρες γοργοσάλευτες, με τ' άσπρα σας φτερά,
μας φέρνετε τ' αγόρια μας απ' τη μεγάλη Αθήνα.

Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές,
του πόθου τη σκόλη˙
και σείστε τα μαντήλια σας ανάερα, λιγερές˙
παραμονεύουν οι έρωτες˙ ετοιμαστήτε, μώλοι,
το καλοκαίρι μύρισε˙ προσμένουν οι αμμουδιές
και τα πρυάρια,
πριν έμπης, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές˙
οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.

Τ. Λειβαδίτης - Βιολέτες για μια εποχή(απόσπασμα)

"Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες και να τις πιστεύω"

Τάσος Λειβαδίτης, η στάχτη(απόσπασμα)
Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα,
βγήκα από το σπίτι και ξάπλωσα στον κήπο.
Και όπως κοίταξα τον ουρανό,
Θεέ μου! Τι απεραντοσύνη;
Πόσα άστρα!
Με έπιασε πανικός.
Από τότε ξέρω πως δεν θα προφτάσω.
Πίνακας, Richard S. Johnson, р
 Τάσος Λειβαδίτης ''Καλοκαίρι''
 Ένα πουλί κάθησε πάνω στα Κάγκελα του κήπου,κάτι είπε
στην κοπέλα της βεράντας , αλλά εκείνη δεν άκουσε.Βούιζε ο κό-
σμος απο τα τζιτζίκια.
  Και τότε σκέφτηκα πως αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθώ κάποτε ,
ύστερα απο χρόνια , και θα κλάψω απαρηγόρητος .
Φωτογραφία -Ενετικό φρούριο του Κούλε-Ηράκλειο Κρήτης
Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι

απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες.
 (Βύρων Λεοντάρης)


Το Καλοκαίρι -Λένα Παππά
Πηγή

Αργύρης Χιόνης, Το ωραίο καλοκαίρι
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο ακίνητο ένα καλοκαίρι φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε; κανείς δεν ξέρει

*Από τη συλλογή “Λεκτικά Τοπία” (1983).
 Samuel Beckett -Aτιτλα
Ο δικός μου τόπος βρίσκεται πάνω στη ρέουσα άμμο
ανάμεσα απ’ τα βότσαλα και τους αμμόλοφους
η καλοκαιρινή βροχή βρέχει τη ζωή μου
και η ταλαιπωρημένη μου ζωή
τρέπεται σε φυγή
μία στην αρχή της και μία στο τέλος της

Η γαλήνη μου βρίσκεται εκεί-
στην υποχωρούσα ομίχλη
όταν ίσως παύσω να περπατώ
αυτά τα μακριά ασταθή κατώφλια
και ζήσω μέσα στο χώρο μιας πόρτας
που ανοίγει και κλείνει

(…) Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ’ εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε...
Αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα ‘χω παρά να πατήσω σ’ αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα
Πίνακας, vladimir volegov
 [Από την ενότητα Η θητεία του καλοκαιριού]-Οδυσσέας Ελύτης
Η Μαρίνα των βράχων(απόσπασμα)

 Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων –Μα πού γύριζες

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στον μαΐστρο.

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο
Στους κινδύνων των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Πίνακας, jean baptiste valadie

Σώμα του καλοκαιριού-Οδυσσέας Ελύτης


Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:
Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!
Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Πίνακας, Βασίλης Βαγιάννης

Ζωή Καρέλλη-

Του καλοκαιριού

Το ξανθό παλικάρι του καλοκαιριού
έχει μια γαλανή γραμμή πάνω στο λείο μέτωπο.
Στα καστανά του μάτια κρατάει τις αχτίδες του ήλιου
μισοκλείνοντας τα σκιερά βλέφαρα,
ψιλοπαίζοντας τις βλεφαρίδες αχτιδωτές.

Ηλιοψημένο στυλώνει το λαμπρό κορμί,
αμέριμνα χαμογελά και άσκοπα.
Φαντάζουν κάτασπρα τα δόντια του,
μοιάζουν τ' άσπρα χαλίκια καθαροπλυμένα,
στ' ακρογιάλι του γαλάζιου και κρυστάλλινου νερού.

"Εξοπλισμός θερινών αναγκών" Κική Δημουλα (απόσπασμα)

Καπέλο για τον ήλιο
παρόλο που δεν καίει όπως τότε
που ήσουν μέρα νύχτα εφευρέτης του.
Να δοκιμάσω από περιέργεια ένα έγκαυμα παλιό
να δω αν ξεφλούδισε ο τρελός
έρωτας της πλάτης μου για δαύτο.

"Εξοπλισμός θερινών αναγκών" Κική Δημουλα (απόσπασμα)
Κάτι ορθάνοιχτα παράθυρα
ανεβάζουν καλοκαίρι με το γερανό της μύγας.

Μετρώ και λείπουνε μιά δυό συλλαβές του
και το πόδι του λάμδα σπασμένο
Κουνιότανε από πέρυσι.

Τώρα που θα καθίσει τόση ελάττωση
κι όλη η συνοδεία των ευνούχων της.
Πάντως είναι στέρεο το ελαττούμενο
σηκώνει τόνους άλγη. Κάτσε άφοβα.

Καλού κακού θα προσθέσω στον κατάλογο
μια ξαπλώστρα εις αντικατάστασιν
του σπασμένου λάμδα.

Χρειάζομαι επίσης
Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων
ν’ ακούνε μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου.
Ένα τραγούδι ευσυγκίνητο κομίζει συλλαβές
ίδιες σχεδόν μ’ αυτές που βρέθηκαν να λείπουν από
το καλοκαίρι και παραπανίσιες μάλιστα. Μην τύχει
να θυμηθείς και άλλους. Να έχουν να καθίσουν.

Γυαλιά απορροφητικά, μη θυμηθώ περισσότερους.
Αν και φορώ πότε πότε καπνούς επαφής.

Ποια θάλασσα;
Σκέτο νερό πειρατής οφθαλμαπάτης.
Πρόσφυγας εκ της μακρινής κοσμογονίας.
Εκμαυλιστικά απέραντο χάρη στις βαραθρώσεις

σχιζοειδής οξυθυμίες αρχικά του σύμπαντος.
Οφθαλμοπόρνος της ιερόδουλης φυγής.

Ποια θάλασσα;
Καιρός να επικρατήσει η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτεις.

Ντύσου και κολύμπα.
(Απαγορεύεται η ρίψις δακρύων.
Είναι που είναι από μόνη της αλμυρή
λύσσα η ωριμότης).
MARIO LUZI
Νωρίς το καλοκαίρι
O,τι ασυναίσθητα έχει ήδη συμβεί
σε μένα, έγινε βέβαια μέσα στη σιωπή!
Κι αρχίζω να ξαναρωτάω, και ν' αγνοώ
Εγώ πάντα φύση και ασυμφωνία.

Κει κάτω, στη σιγανή φωτιά της μενεξεδένιας
Ατμόσφαιρας και της αρχινισμένης βροχής,
Μέσα σε έντονο φωτοστέφανο κρύβουνε
Το σημάδι της εσπέρας˙
Και τα σκόρπια σύννεφα μαζεύονται
Πάνω σ' ένα κορμί παραδομένο σε ύπνο πικρό

Εκεί, μέσα στην απεραντοσύνη της υπαίθρου.

Yπουλα κυλάει, πλούσιο σε χρώματα
Και αποχρώσεις -στο αίμα τόσο ανάλαφρο-
Το σήμα που προμηνύει καταιγίδα,
Τη χρυσή μέρα μεταλλαγμένη σε σκότη.

Εξακολουθώ ν' αγνοώ, να ξεγελιέμαι,
Και ήδh το νερό ξεσκίζει το τραγούδι του,
Κυλάει βραχνά βογγώντας, οι σαλαμάνδρες
Κολυμπάν να κοιμηθούν στις γούρνες
Των άκαρδων κήπων, ο ουρανός
Φέρνει αλλιώς των κούκων τη λαλιά.

Μετάφραση: Μαργαρίτα Δαλμάτη






YEHUDA AMICHAI
Ητανε καλοκαίρι ή τέλος του καλοκαιριού

Ητανε καλοκαίρι ή το τέλος του καλοκαιριού
Τότε που άκουσα τα βήματά σου να 'ρχονται από Ανατολή σε Δύση

Για τελευταία φορά. Κι από τον κόσμο
Είχανε λείψει τα μαντίλια, οι άνθρωποι και τα βιβλία.
Ητανε καλοκαίρι ή τέλος του καλοκαιριού
Οι ώρες του απογεύματος,

Ησουνα εσύ.
Φορούσες πρώτη φορά το σάβανό σου
Που δεν επρόσεξες ποτέ
Γιατ' ήταν κεντημένο με λουλούδια.

Μετάφραση: Τάκης Μενδράκος

VΙΤΤΟRIO SERENI
[Mόνον το καλοκαίρι...]

Μόνον το καλοκαίρι είναι αληθινό
και το φως του που σας σταθμίζει.

Κι ο καθένας ας έβρει το αειθαλές
δέντρο, τον κώνο της σκιάς,
το καθαρτήριο μακάριο νερό,
κι η αράχνη που έπλεξε η πλήξη
ας μείνει πάνω στα κακούργα έλη
ένα σουδάριο ίριδας. 

Εκεί κάτω
είναι ο προσωρινός φράχτης,
ένα στεφάνι κόκκινης σκόνης,
και πένθιμο το τραγούδι των
γερμανών στρατιωτών στη χαμένη δύναμη.

Τώρα κάθε διαμαρτυρία σωπαίνει
συμπαγές το κέλυφος της λήθης
ο κύκλος τέλειος.
Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας
Πηγή



Ελεγεία των Λουλουδιών-Κ-Π-ΚΑΒΑΦΗΣ
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
        Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
        η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
        γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
        Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
        Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
        Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
        Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
        Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
        κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
        Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
        Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
        Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
        Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
        τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
        σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
    

Σχέδια γιὰ ἕνα καλοκαίρι. [Ἄνθη τῆς πέτρας]

Γιώργος Σεφέρης 

Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...