
«Μ’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΕΕΙ, μ’ αυτό που σκόπιμα ή έν αγνοία του αποσιωπά, μ’ αυτό που ούτε καν υπονοείται από τα λόγια του, μ’ αυτό μας πείθει ο ποιητής.»
Αργύρης Χιόνης, Μ’ αυτό που δεν λέει
Μόνο η σιωπή, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ' ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ΄είν' ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.
Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους... καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.

"Αν και είμαι μόλις 63 ετών και έχω εκτίσει μόνο 40 χρόνια ποίησης, αποφάσισα να προβώ στη συγκεντρωτική αυτή έκδοση των ποιημάτων μου, φοβούμενος ότι, επειδή οι θεοί αγαπούν τους νέους, δεν θα έχω τον απαιτούμενο χρόνο για να δώσω στη δουλειά μου τη μορφή που θα έπρεπε να έχει, πριν παραδοθεί στην αιωνιότητα. Αν δεν το κάνω αυτό εγώ, θα το κάνει, ίσως, κάποιος συμπαθής τυμβωρύχος (βλέπε φιλόλογος), όταν δεν θά 'μαι πια εδώ και δεν θα μπορώ να του τραβήξω το αυτί για τις τυχόν αυθαίρετες (τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;) "αναπαλαιώσεις".
Όσο κι αν φαίνεται να αστειεύομαι, το πράγμα είναι σοβαρό. Τα δύο από τα τρία πρώτα βιβλία μου (δεύτερο και τρίτο), που εκδόθηκαν ερήμην μου, γιατί τότε βρισκόμουν εις τας Ευρώπας και δεν έλαβα ποτέ δοκίμια, βρίθουν λαθών και στερούνται στίχων που για άγνωστη αιτία αγνοήθηκαν. Ιδαίτερα πονάω το τρίτο μου βιβλίο, τις "Μεταμορφώσεις", το οποίο, ενώ συνιστά τον θεμέλιο λίθο όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν, βγήκε παραμορφωμένο και, επί πλέον, ποτέ δεν διακινήθηκε. Αν θυμάμαι καλά, διέθεσα ο ίδιος 12 μόνο αντίτυπα σε τέσσερα βιβλιοπωλεία. Τα υπόλοιπα τα μοίραζα, επί χρόνια, δεξιά και αριστερά, σε φίλους και γνωστούς, και έχω ακόμη πέντε, αδιάθετα, στη βιβλιοθήκη μου." [...]
(απόσπασμα από τη "Λογοδοσία" του ποιητή, στο επίμετρο του βιβλίου)
ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΙΝΟΥΝ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ
Θά ’ρθει μιὰ μέρα ποὺ οἱ ἄνθρωποι θά ’χουν ἀνασάνει ὅλο τ’ ὀξυγόνο, θά ’χουνε φάει ὅλους τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, θά ’χουνε δεῖ ὅλο τὸ φῶς. Θὰ σκάψουν τότε μεγάλες στοὲς μὲς στὸ χῶμα καὶ θὰ οἰκοδομήσουν ὑποχθόνιες πολιτεῖες. Ἐκεῖ, σερνάμενοι καὶ τυφλοί, θὰ γεννιόνται καὶ θὰ πεθαίνουν μὲς στὸν τάφο τους. Ἡ ἐποχὴ αὐτὴ θὰ ὀνομαστεῖ Ἐποχὴ τοῦ Ἀρουραίου Ἀνθρώπου ἢ τοῦ Ἄχθεος Ἀρούρης.
Λεκτικὰ τοπία, 1983ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΩ ΔΑΣΗ, φυσικὰ φαινόμενα, ἐποχές· ἀποστηθίζω ζῶα: πουλιὰ καὶ ψάρια κι ἑρπετά, θηρία καὶ θαλάσσια κήτη... Ἐδῶ ποὺ κείτομαι, σ’ αὐτὴ τὴν κοίτη, ὡς ἐγκυκλοπαίδεια θησαυρίζω μέσα μου ὁλόκληρο τὸν κόσμο ποὺ ἀφανίζεται. Φρούδη προσπάθεια, ἀφοῦ, μέρος κι ἐγὼ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, μαζί του ἀφανίζομαι.
Ὤ, πόσος κόπος, χαμένος κόπος! Πόσα λήμματα, νεκρὰ μηνύματα!
Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2010
Στὸ ὑπόγειο, 2004
XI
Μὲ τρομάζει ἡ ἀνυπαρξία, ἡ μητέρα μου,
καὶ δὲν ξέρω γιατί,
ἀφοῦ ἡ ἐρωμένη μου, ἡ ὕπαρξη,
εἶναι αὐτὴ
ποὺ πάντα μοῦ ἐπεφύλασσε
καὶ σίγουρα μοῦ ἐπιφυλάσσει ἀκόμη
τὶς πιὸ ὀδυνηρὲς ἐκπλήξεις.
Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει, Ποίηση δωματίου, 2010
Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2010
Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά
Θα μπορούσα βέβαια να πνίξω ακόμα
Κι αυτή την ήσυχη κραυγή να βουβαθώ
Να κάτσω σιωπηλός και να κοιτάζω
Ετούτη την αργή καταστροφή
Κι ίσως να ’ταν καλύτερα μπορεί
Έτσι βουβός να τραγουδούσα πιο ωραία
Πιο σωστά την τήξη του καιρού μου
(Από την ποιητική του συλλογή: «Τύποι ήλων», Θεσσαλονίκη, Εγνατία / Τραμ, 1978)
Η΄
Μιλούσε γλώσσα πέτρινη. Βγαίναν οι λέξεις απ’ το στόμα του
και κύλαγαν μ’ ήχους ωραίους και δυνατούς που όμως κανείς
δεν ένιωθε. Μιλούσε τη μοναχική γλώσσα των βράχων, τη
μοναδική γλώσσα των βότσαλων, το αγνοημένο έλεγε τραγού-
δι τους. Ποιος να σταθεί, σε μια εποχή εύκολων ήχων, να
δώσει προσοχή σε τέτοια μουσική; Μόνος του προσευχότανε
στον πέτρινο Θεό του, στη γλώσσα που μονάχα Εκείνος κα-
ταλάβαινε, γιατί Εκείνος ήταν που τον είχε σημαδέψει μ’
αυτή την πέτρινη ομορφιά, την ακατάληπτη.
Γ΄
Η σιωπή ποτέ δεν τελειώνει, ο ήχος ατέλειωτα. Η σιωπή
είναι δρόμος, ο μόνος δρόμος. Ο ήχος, διαβάτης που περνάει
από κει, ηχούν για λίγο τα βήματά του κι εξαφανίζεται. Ο
δρόμος μένει.
Η σιωπή είν’ αιωνιότητα. Είναι η σκηνή όπου η εφήμερη
φλυαρία υποδύεται τον αθάνατο λόγο, μέχρι να σβήσει και
το τελευταίο της σύμφωνο. Η σκηνή μένει.
Όποιος βαθιά έχει κατανοήσει την ιδιότητα ετούτη της σιωπής
μπουκώνει το στόμα με χώμα, βουλώνει με πηλό τ’ αυτιά,
κόβει τους χτύπους της καρδιάς, αδιαμαρτύρητα εγκαταλεί-
πεται στην αθόρυβη λαιμαργία των ριζών.
ΜΟΝΟ Η ΣΙΩΠΗ, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμη-
λόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, η-
χηρές συνθήκες, ούτ’ ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν,
γιατ’ είν’ ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκα-
λύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.
Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το
χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός,
γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα
δικό τους· καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.
(Από την ποιητική του συλλογή: «Ο ακίνητος δρομέας», Αθήνα, Νεφέλη, 1996, 2000)