Translate

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Τα φύλλα του Φθινοπώρου (Ποιήματα)


Νίκος Καρούζος, «Παραίνεση»
Να μη λυπάσαι που πέφτουν τα φύλλα φθινόπωρο. Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει και πάλι στα δέντρα. Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε στην ανάσταση. (Από τη συλλογή «Θρίαμβος χρόνου», εκδ. Απόπειρα, 1997
 Αλκυόνη Παπαδάκη΄΄Τι μπορεί να προσφέρει, αλήθεια, ένα κίτρινο φύλλο, που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού; Μπορεί να μάθει το ποτάμι να ονειρεύεται...''

Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου (απόσπασμα) Τάσος Λειβαδίτης
Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου.
''Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου'' Διαβάστε ΕΔΩ

 Κ.Π. Καβάφης
Πόθος

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...

Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μέσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μέσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...
Είμαι ένα φύλλο ωχρό -Μυρτιώτισσα
Είμαι ένα φύλλο ωχρό του φθινοπώρου
που από βουνίσιο δέντρο έχει ξεφύγει,
το βήμα με ταράζει του οδοιπόρου,
στον άνεμο χρωστώ τα θεία μου ρίγη.

Είμ᾽ένα σάπιο ξύλο από καράβι
κι η θάλασσα για πάντα μ᾽ορίζει,
τους πόθους μου γι᾽άφταστα μάκρη ανάβει,
καθώς με πάει και με στριφογυρίζει.
Μα έχει το κύμα αυτό που μ᾽αναδεύει,
τόσες ζωές απάνω μου σωριάσει,
που γνώρισα-κι ας μη με ταξιδεύει-
μες απ᾽αυτές, ολάκερη τη πλάση.

Κι αν δε μου εδόθη στου ονείρου τη χώρα
ν᾽αράξω, μου φανέρωσε τ᾽αγέρι
το ξωτικό της μύρο, κι η άγρια μπόρα,
μηνύματα από κείθε μου έχει φέρει.

Κι εσπαταλεύτηκ᾽ έτσι ο εαυτός μου,
τα μάτια μου αποστάσαν κι η καρδιά μου,
γιατί έψαξα τα πέρατα του κόσμου
δίχως να ξεμακρύνω απ᾽τη γωνιά μου...


Μάρκος Μέσκος-''Το αντίο''
  Φύλλο ξερόφυλλο σαν πεταλούδα φθινοπωρινή πέφτοντας νανουρίζεται - στο καλό! στο καλό! 
 Ήταν δικό σου το αντίο τύχη και μοίρα και ειμαρμένη λέξη που κουδουνίζει σαν κάτι άλλο' φύλλο φυλλαράκι γνωστό από τα παλιά όχι ζούδι νεκρό μα προσδοκία λευκής νιφάδας στο μέτωπό σου τώρα που έγινες σιωπή και ποίημα και σκοτάδι έγινες δύσβατο φως καθώς θερίζει την αιώνια ματαιότητα.(Τα ποιήματα της σκάλας)
ΠΗΓΗ
 -Μάρκος Μέσκος, «ΦΥΛΛΑ»
Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;
Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς
λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους.

Τί λέγαμε λοιπόν
για τ’ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).
Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει;

Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως
φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τ’ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.

Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.
(Χαιρετισμοί, 1995)
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»
Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
"ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;"
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι' έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.

(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)

ΠΗΓΗ

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας-Γιώργος Σεφέρης

Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μὴν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος
πέρα μακριὰ
μιὰ θάλασσα
πέρα μακριὰ
ἕνα νησὶ στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιὰ
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστὰ
σὰ θαλασσινὲς ἀνεμῶνες.
Ἔτρεμε τόσο πολὺ
τὸ ζήτησα τόσο πολὺ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ᾿ ὅλα τὰ δάση γυμνὰ
θεέ μου τὸ ζήτησα.
 ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ: «ΦΙΝΟΠΩΡΟ»
Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.
Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμη,
αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.
Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.
Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
στις μακρινές αλέες των βόρειων πόλεων που συνήθισες
κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.
Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε – Φθινόπωρο
Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού·
πέφτουν με μι’ άρνηση στο στόμα του κενού.
Και μες στη νύχτα πέφτει η Γη βαριά,
από τ’ αστέρια προς τη μοναξιά.

Όλοι μας πέφτουμε. Το χέρι αυτό που γράφει.
Δες, όλα γύρω χάνονται στα βάθη.
Είναι όμως Κάποιος που την πτώση αυτή
στα δυο του χέρια στοργικά τη συγκρατεί.
 ΜΕΡΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ Του Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Κύριε, είναι καιρός. Τό θέρος κράτησε πολύ.
Στά ηλιακά ωρολόγια τίς σκιές σου ρίξε
καί λευτέρωσε στά λειβάδια τούς ανέμους.

Πρόσταξε τούς στερνούς καρπούς νά γινωθούνε
δυό μέρες νότου δώσε τους ακόμη,
βιάσε τους νά ωριμάσουν πιά καί διώξε
τήν στερνή γλύκα στό βαρύ κρασί
Όποιος σπίτι δέν έχει τώρα, ποτέ του δέ θά χτίσει πιά.

Όποιος μονάχος είναι τώρα, μονάχος γιά καιρό θά μείνει,
θ’ αγρυπνά, θά διαβάζει, θά γράφει γράμματα μεγάλα
καί στίς δενδροστοιχείες εδώ κ’ εκεί, δίχως γαλήνη
θά πλανιέται, τά φύλλα ενώ θά σέρνονται στό χώμα.
Ποιήματα, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ηριδανός, 1990
 Κική Δημουλά, Αυτόγραφο
Ένα κίτρινο φύλλο σου,
φθινόπωρο,
σ' έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ' ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα 
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα "ευχαριστώ"
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο.
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντί μου.
Από την ποιητική συλλογή "Ερήμην" (1958).
Sonnet 73
by William Shakespeare (1609)

That time of year thou mayst in me behold
When yellow leaves, or none, or few, do hang
Upon those boughs which shake against the cold,
Bare ruined choirs, where late the sweet birds sang.

In me thou see’st the twilight of such day
As after sunset fadeth in the west;
Which by and by black night doth take away,
Death’s second self, that seals up all in rest.

In me thou see’st the glowing of such fire,
That on the ashes of his youth doth lie,
As the deathbed whereon it must expire,
Consumed with that which it was nourished by.

This thou perceiv’st, which makes thy love more strong,
To love that well which thou must leave ere long.
The Complete Works of William Shakespeare, The Rex Library, 1973
Ἦρθε μία θύμησι...Νίκος Καββαδίας(ανένταχτα)
Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε
τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...
Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.
Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.

Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.
Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν
καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.

Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε
οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.
Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου
τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.
Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.
ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ
* Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας
στὶς 20 Μαΐου 1928, ἀρ. φύλλου 131, σελίδα 2.
 ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Η άμμος στην ποίηση


Γιάννης  Ρίτσος ''Τα Ερωτικά''

Το σώμα σου στην αμμουδιά

η άμμος κολλημένη στη σάρκα σου

η άμμος στα χέρια μου

στη γλώσσα μου

να σε ανακαλύπτω

πίσω απ' το λεπτότατο εμπόδιο

κι’ η άμμος να πέφτει απ' τα μαλλιά μας

να κατακάθεται στο βυθό της σιωπής

κ’  εμείς

ωραίοι φρεσκολουσμένοι

απ’  τα δικά μας νερά αναδυμένοι

στο φώς και στο σώμα

τούτης της Γής.


Αθήνα, 23.11.80
Νίκος Καββαδίας, «Γυναίκα» Απόσπασμα
 Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει 
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες
 Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
 τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ίσως είναι…(απόσπασμα)
Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.

Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου
Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
Σάμιουελ Μπέκετ
Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου πάνω σ’ εμένα η ζωή μου
που μου ξεφεύγει με καταδιώκει και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε
αγαπημένη στιγμή σε βλέπω μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα ‘χω παρά να πατήσω σ’ αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια και θα ζήσω όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα
Οι τρεις εραστές-Μίλτος Σαχτούρης (απόσπασμα)
ο τρίτος Έκανε την αγάπη του καράβι  
την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες  
τώρα έγινε πάλι παιδί 
σιάχνει πύργους με άμμο και μαζεύει χαλίκια κοχύλια 
και προσμένει να γυρίσει ξανά το καράβι η αγάπη

Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο – Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα…

Πέντε μικρὰ θέματα-Μανόλης Αναγνωστάκης(απόσπασμα)

ΙΙ

Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο
Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

*Από τη συλλογή ‘Ο θάνατος του Μύρωνα’, 1960.
Προσχέδια για τη Μακρόνησο V  -Τίτος Πατρίκιος

Έτσι έμαθα πόσο βαριά είναι η άμμος
Πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει
Πώς ξεριζώνονται τα σκίνα κι οι αφάνες

Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου
Η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου
Τ’ αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ-Ζακ Πρεβέρ
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν
ΠΗΓΗ

Οδυσσέας Ελύτης-Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης(απόσπασμα)

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ-Γιώργης Παυλόπουλος


Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο

τον κράτησες στο χέρι σου
κι ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου


Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα

θα μείνει λίγος άμμος

με τη δική μας την αφή

κι ο άνεμος που θα φυσάει

όπως τ' απόγιομα εκείνου του Οκτώβρη

θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί

όλο θα τον πηγαίνει

Γαλάζια Αγκαλιά-Σάκης Αθανασιάδης -Απο τη συλλογή ''Τα παπούτσια του μαγου χρόνου)
Αν
θες να ’ρθείς ως το ναυάγιο
Μάθε πως έχει και η θάλασσα φωνή
Κίτρινη άμμος στο φως το άγιο
Μη σε σκεπάσει το γαλάζιο στη στιγμή
Αν κοιμηθείς κι έρθει σκοτάδι
Και ο βαρκάρης μας ξεχάσει στην ακτή
Θα γίνει η άμμος το ζεστό μας το κρεβάτι
Και ο αέρας στα φιλιά μας μουσική
Σε μια σπηλιά
αγκαλιά γαλάζια
Σε μια βουτι
ά η ζωή γυμνή
Κάπου μακριά αν κοιμάται η αγάπη
Θα την ξυπνήσεις και θα ’ρθεί
Μη φοβηθείς της νύχτας το άγριο
Και ένα ναυάγιο που μιλά
Η αγάπη πάντα με έναν άγιο
Θα ξαγρυπνάει στην αμμουδιά
ΠΗΓΗ


''Στην άμμο και στα βότσαλα θ’ αφήσω ένα τραγούδι
να τραγουδάει στη θάλασσα και να τη γαληνεύει
να το φιλάει το κύμα της και να το ταξιδεύει
στην άμμο και στα βότσαλα θ’ αφήσω ένα τραγούδι..''

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Τα Ξωκλήσια στην ποίηση

T άσπρο ξωκλήσι-Γιάννης Ρίτσος
T άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά,
 κατάγναντα στον ήλιο,
πυροβολεί με το παλιό, 
στενό παράθυρό του

Και την καμπάνα του αψηλά,
 στον πλάτανο δεμένη,
τηνε κουρντίζει ολονυχτίς 
για του Αϊ-Λαού τη σκόλη.


Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
Το ξωκλήσι
Είπες: Μπορεί να ’ρθείς, είπες: μπορεί
και να μην έρθεις αύριο στο ξωκλήσι
το ερημικό που θα σε καρτερεί
ανοιγμένο για σε να λειτουργήσει.

Έρθεις δεν έρθεις, ο ύμνος θα ψαλεί,
το ερημικό ξωκλήσι θα γιορτάσει,
τ’ ορθρινό του τραγούδι το πουλί
με τη φωνή του ψάλτη θα ταιριάσει.
Τα κεράκια θα τρέμουν αναμμένα

σα να είναι από τα χέρια τα δικά σου,
του λιβανιού τα κρίνα φουντωμένα
θα ’χουν την ευωδιά της παρθενιάς σου.
Δίχως να ’ρθείς θα σ’ έχουν εκεί φέρει
κι η δέηση κι η λατρεία, μακαρισμένη.

Πνεύμα, με κάποιον άγγελο —ποιός ξέρει;—
τη λειτουργία θ’ ακούς γονατισμένη.
Η Παναγιά στο τέμπλο της θα στέκει,
με την αόρατή σου παρουσία,
χάρη κι εσύ της Παναγιάς παρέκει
για τη θυσία, τη μυστική θυσία…

Κάποιο τάμα...Ἰωάννης Γρυπάρης (1870-1942)
Γιὰ νὰ ξοφλήσω κάποιο τάμα
ξεκίνησα προσκυνητής.
Ξυπόλητη μαζί μου ἀντάμα
βουλήθηκες νὰ περπατεῖς,
μὰ ἀπόκαμες μεσοστρατίς.
Κι ἐγὼ στὰ χέρια μου σὲ πῆρα
καὶ δρόμο παίρνω καὶ περνῶ.
Βλέπω ἀντικρὺ τὴν ἅγια θύρα
καὶ τὸ ξωκλήσι στὸ βουνό...


Νὰ σὲ κοιτάξω δὲ γυρνῶ.
Σταλικοπόδιασα τοῦ δρόμου
Σφαλᾷ τὸ μάτι μου θαμπό,
δίπλα μὲ σένα, στὸ πλευρό μου
στὰ σκαλοπάτια σ᾿ ἀκουμπῶ
τῆς ἐκκλησιᾶς, ποὺ δὲ θὰ μπῶ.

Ο κήπος του έρωτα – του Ουίλιαμ Μπλέικ

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Στον κήπο του Έρωτα πήγα,
Και είδα εκείνο που δεν είχα ξαναδεί:
Ένα Ξωκλήσι είχε χτιστεί καταμεσής,
Εκεί που έπαιζα συχνά πάνω στη χλόη.
Και στο Ξωκλήσι οι πόρτες ήτανε κλειστές,
Και «Απαγορεύεται» έγραφε πάνω από την πύλη•
Κι έτσι επέστρεψα στου Έρωτα τον Κήπο
Που είχε πολλά υπέροχα λουλούδια,
Και τον βρήκα κατάμεστο από μνήματα
Και ταφόπλακες εκεί που περίμενα λουλούδια•
Και Ιερείς με μαύρα ράσα περπατούσαν,
Και έδεναν τους πόθους μου και τις χαρές μ’ αγκάθια.
ΠΗΓΗ

[Κι ήτανε τόσο η θάλασσα…]Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

Κι ήτανε τόσο η θάλασσα βαθιά αποκοιμισμένη,που ’βλεπες μες στα βάθη της ανάποδα χτισμένητην όμορφην ακρογιαλιά, τα σπίτια, το ξωκλήσι.τον πύργο τον απάτητο, τη μαρμαρένια βρύση.
Το Αιγαίο (ο δρόμος του Ήλιου, περικοπή 1η)
Του Πέτρου Καζακίδη
Γέμισαν ψαροπούλια οι σταυροί απ’ τα ξωκλήσια.
Πάνω τους προσκυνούν το λευκό τ’ Αγίου
και το Γαλάζιο του ορίζοντα.

Κι η θάλασσα
του Γραίγου, του Γαρμπή και του Μαϊστρου
λουλούδι του Αιολικού Θεού
σαν γέρνει σ’ Ουρανό τα γαλανά τα πέταλά,
πάντα θα του φιλά το μέτωπο, να τον τιμήσει
που σμίξανε.

Κι ο Ήλιος,
της Χρυσοποίκιλτης Ανατολής ο Γιος,
σαν κάθε Μέρα θα διαβαίνει το ποτάμι της Δημιουργίας
από Εκεί,
απ’ το Αιγαίο.
Θα συναντά ζευγάρια Θεών ενωμένα
να γιορτάζουν για την τόση Ομορφιά που φτιάξαν
και θα τους στεφανώνει με την Ελλάδα.

ΠΗΓΗ