Σελίδες

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Η χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα και το παλιό Φολκσβάγκεν--Χρήστος Μπουλώτης

 H πρώτη λέξη που ψιθύρισε η χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα με το που βγήκε απ’ τ’ αυγό ήταν: «Αστέρια!!». Για την ακρίβεια, ανασηκώνοντας το κεφάλι της είπε με θαυμασμό: «Ποπό, αστέρια!».

Και τούτο γιατί γεννήθηκε στην άμμο, πλάι στ’ ακρογιάλι, μια καλοκαιριάτικη νύχτα με αστροφεγγιά, που εκατομμύρια αστέρια, μικρά, μεγάλα, μεγαλύτερα, κι ακόμη πιο μεγάλα, λαμπύριζαν ψηλά στον ουρανό, τρεμόσβηναν, σαν να της έκλειναν φιλικά το μάτι. Κι εκείνη, μαγεμένη απ’ την τόση ομορφιά, βάλθηκε να τα μετράει ένα ένα, χωρίς όμως να ξέρει πως είναι αμέτρητα. Έτσι αποξεχάστηκε…

Και να ’ταν μόνο αυτό! Αντί να πάρει το δρόμο ευθύς για τη θάλασσα, όπως έκαναν τ’ αδέλφια και τα πρώτα της ξαδέλφια που βγήκαν κι εκείνα την ίδια νύχτα απ’ τ’ αυγό, τράβηξε ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι ήταν αυτό βαρύ σφάλμα, θανάσιμο που λένε οι μεγάλοι. Γιατί η μικρή Καρέττα-Καρέττα, όπως οι γονείς της κι οι παππούδες της, κι οι προπαππούδες της, αιώνες τώρα, από πάντα δηλαδή, ήταν προορισμένη να ζει στις νερένιες γειτονιές, στη θάλασσα. Εκεί θα ήταν το σπίτι της, όχι στη στεριά.

Ξεγελάστηκε, αλίμονο, απ’ τα φανάρια των αυτοκινήτων στη μεγάλη λεωφόρο. Μπερδεύοντας το πάνω με το κάτω, τα πέρασε κι αυτά γι’ αστέρια, τεράστια αστέρια.

Έκανε όπισθεν να δει καλύτερα, να καταλάβει, κι αυτό που αντίκρισε την πλημμύρισε αναπάντεχη χαρά.

«Ένα άγαλμα!… Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Το άγαλμα της προγιαγιάς μου, της αξιότιμης κυρίας Καρέττα-Καρέττα!», αναφώνησε.

«Η σοφή προγιαγιά μου! Αχ, τι τύχη που ’χω απόψε!».

«Σταμάτα, επιτέλους, τις ανοησίες, χελωνίτσα», ακούστηκε μια βαριά φωνή. «Δεν είμαι η σοφή προγιαγιά σου. Ένα παλιό Φολκσβάγκεν είμαι. Ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο. Κι αν έμπαινες στον κόπο να με προσέξεις λίγο καλύτερα, θα ’βλεπες, καλή μου, πως δε μοιάζω και τόσο με χελώνα. Με σκαθάρι μοιάζω. Κι εσύ… εσύ είσαι μια ονειροπαρμένη χελωνίτσα που λοξοδρόμησε επικίνδυνα, που πριν καλά καλά προφτάσει να βγει απ’ τ’ αυγό, θα πήγαινε αδικοχαμένη. Γιατί, κακά τα ψέματα, μόλις έσκαγες μύτη στην άσφαλτο θα σ’ έκαναν λιώμα οι ρόδες…».

Η μικρή χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα δε χόρταινε ν’ ακούει και να βλέπει. Μπορεί, βέβαια, να μη σεργιάνισε στον ουρανό, μπορεί εκείνα τα πελώρια αστέρια να μην ήταν παρά φανάρια αυτοκινήτων στη μεγάλη λεωφόρο, μπορεί αυτό που νόμισε για το άγαλμα της σοφής προγιαγιάς της να ήταν ένα παλιό Φολκσβάγκεν, όμως η ατυχία της ήρθε κι έγινε τύχη… Κοίτα να δεις… Όλα τούτα τα παλιά αντικείμενα στην παραλία… Ένας ολόκληρος κόσμος! Τι εμπειρίες κι ιστορίες!

Και σκέφτηκε η χελωνίτσα πως είχε να μάθει ακόμη ένα σωρό πράγματα απ’ το στόμα τους. Κι ύστερα σκέφτηκε φωναχτά:

«Φαίνεται πως όλα τα πετούν οι άνθρωποι, άμα παλιώσουν… Και γιατί τα πετούν άραγε στην παραλία;».

«Α, μικρή μου χελωνίτσα», είπε με την μπάσα φωνή του το παλιό Φολκσβάγκεν, «τώρα περνάς στα δύσκολα. Οι άνθρωποι… Αλλά άσε καλύτερα… Αυτό είναι μια θλιβερή ιστορία, θα ’παιρνε πολύ χρόνο για να σου εξηγήσω. Μόνο κοίτα καλύτερα γύρω σου και θα δεις. Κι άλλα κονσερβοκούτια, και κουτιά από κόλα λόκα –κόκα κόλα ήθελα να πω– και νάιλον σακούλες. Πλήθος, σου λέω! Χαμός, συνωστισμός».

«Αλήθεια, σαν να έχετε δίκιο, κύριε Φολκσβάγκεν», διαπίστωσε εκείνη. «Και δε μου λέτε, κύριε Φολκσβάγκεν, έχουν όλα τους φωνή;».

«Έχουν και παραέχουν. Όμως άκου τώρα προσεχτικά τι θα σου πω και βάλε το καλά στο νου σου. Αρκετά όσα είδες κι έμαθες. Καιρός να γυρίσεις στη θάλασσα. Αμέσως, τούτη τη στιγμή. Γιατί εσύ δεν είσαι φτιαγμένη για στεριά, καλό μου κοριτσάκι. Έχουν δει τα μάτια μου πολλές χελωνίτσες της γενιάς σου να χάνονται άδικα. Άλλες ξεστρατίζοντας σαν κι εσένα, κι άλλες πριν προλάβουν να βγουν απ’ το αυγό. Μπήζουν απρόσεκτα οι παραθεριστές τις ομπρέλες τους στην άμμο, παίζουν σαν τρελοκάτσικα ρακέτες, στήνουν τις ξαπλωτές πολυθρόνες για ηλιοθεραπεία, αυτές τις δολοφόνες σεζλόγκ, και, μ’ ένα κρααακ, πάνε τ’ αυγά, πάνε και τα Καρεττάκια-Καρεττάκια. Κάθε φορά με γέμιζε θλίψη ο χαμός τους. Μ’ εσένα όμως θα πονέσω. Αχ, πολύ θα πονέσω! Πίστεψέ με. Γιατί εσένα, μικρή μου χελωνίτσα, σε συμπάθησα, σ’ έβαλα στην καρδιά μου. Βιάσου λοιπόν… ».

«Ναι, βιάσου», τη συμβούλεψε και το κονσερβοκούτι. «Κι εγώ σε συμπάθησα. Και θα ’ταν, αλήθεια, κρίμα απ’ το Θεό να χαθείς».

πηγη

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η αγωνία του Ιούδα (Κώστας Βάρναλης)

 

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,

ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.
Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι,—

την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!
Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
—ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά·
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι!—

αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.
Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.
Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.
Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος Ιωάννης από μας
παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.

Όλους μάς καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!
Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,
κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.
Τί να ’ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια προσταγή;…
Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις

σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.
Μα κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό
πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει στον αέρα.
Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.
Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα

βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.
Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε —βάγια πολλά και φοινικιές!—
και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,
γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)
του ’πα σιγά: —«Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»

—«Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη»!
Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;
Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.
Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,
ζητάει δικά της δω στη Γης δυο πιθαμές χαλίκια,

απ’ τ’ αγαθά, που ’δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!
Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά
απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,
από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;
Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω

κι εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;
Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,
μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.
Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά
για κείνους, που την αρετή μάς θέλουν της θυσίας.

Ήρθε γι’ αυτούς, — για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.
Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.
Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,
μα σύντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,
πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει·

ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μού τα χωρίζει.
(Θυμάται τη μάνα του)
Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.
Μες στα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,
ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.
Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.

Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!
Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κι ύστερα, σιγά
θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.
Και ξέρω τί καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,
θα πουν οι εμπόροι των θεών: «Τον πρόδωσε για χρήμα»!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ελεγειακή σονάτα σε μια αληθινή κυρία-Μαρία Α. Στυλιανού

 Γυναίκα,
τόσοι κι άλλοι τόσοι θέλησαν,
να φιμώσουν τη φωνή και το αληθινό σου είναι,
φοβούμενοι μήπως σκορπίσεις στο πέρασμά σου
τη δικιά σου μοναδική ομορφιά,
να καταργήσουν τους λυρικούς σου στίχους,
φορεμένες πολιτείες της βασανισμένης ρωσικής ψυχής σου,
να  φυλακίσουν το λαμπρό σου πνεύμα,
την μεγαλοπρέπεια της καρδιάς σου,
τη λεύτερη σαν πουλί σκέψη σου,
ν’ αφανίσουν το Φως που κατοικεί βαθιά μες στα στήθια σου,
να σ’ αλυσοδέσουν σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο δωμάτιο,
να σε μεταμορφώσουν σ’ αυτό που δεν είσαι...
Γιατί αυτό θα τους βόλευε περίφημα...
 
Αλήθεια, πόσα και πόσα έχεις  περάσει;
Άπιστοι σύζυγοι, ακατάλληλοι εραστές, απρόβλεπτες ασθένειες,
αμέτρητες απώλειες ανθρώπων της καρδιάς σου,
συνεχή ματαίωση,
μισές αγάπες, μισές αλήθειες,
και τόσα-τόσα άλλα που είναι αδύνατο
να χωρέσουνε σ’ ένα μόνο λευκό χαρτί...
 
Ω! Πόσο θα’ θελα  -τώρα- να σ’ είχα αντίκρυ μου
και να στ’ ομολογήσω πως,
σε θαυμάζω!
Ναι, σε θαυμάζω, γιατί σε όλα άντεξες!
Σε θαυμάζω για το ποιόν και τις πράξεις σου,
νάματα μεγαλοσύνης σεμνότατης
κι ηρωισμού πρωτοφανέρωτου!
Σε θαυμάζω για τις καταγεγραμμένες σου νίκες!
Σε θαυμάζω για την αξιοπρέπειά σου,
μπροστά στις επιβεβλημένες σου ήττες!
Σε θαυμάζω που δεν πρόδωσες ποτέ τον εαυτό σου,
ακόμα και στις πιο δραματικά αντίξοες συνθήκες!
Σε θαυμάζω γιατί κατάλαβες από τη νεότητά σου
τη δική σου αξία, δίχως να στο διδάξει κανείς!
Σε θαυμάζω γιατί όρισες  το πεπρωμένο σου,
έχοντας το δικό σου όμορφο πνεύμα σαν υπερήφανο όπλο,
κόντρα στην περιρρέουσα ασκήμια της εποχής σου!
 
Έχω νοιώσει με τι πίκρα έχεις πετάξει
εκεί ψηλά, πέρα στα ουράνια.
Έχω εννοήσει τη ματωμένη σου αλήθεια,
πως λιγοστοί σ’ έχουν νοιώσει, όπως θα σου’ πρεπε
κι ακόμη πιο λίγοι σ’ έχουν αγαπήσει αληθινά,
όπως εσύ το επιθυμούσες και με αξιοπρέπεια αποζητούσες.
 
Εσύ,
η κορυφαία Μούσα ποιητών και καλλιτεχνών,
η όντως  Ποιήτρια,
το όντως ελεύθερο πνεύμα,
ήσουνα ένα υψηλό ιδανικό,
παράξενο και ακατανόητο μαζί!
Γι’ αυτό, συγχώρεσε, όλους εκείνους  που
σε κέρασαν ασύστολα της πίκρας τα φαρμάκια.
Ποτέ δεν θέλησαν να μετανοήσουν
για τα σφάλματα κι εγκλήματα που είχαν υποπέσει,
ραπίζοντας ποικιλοτρόπως την γενναία σου ψυχή.
Δεν ήτανε διόλου εύκολο για κείνους,
ένα αιώνα πριν,
να βλέπουν τον καλύτερό τους
και μάλιστα ένα πρόσωπο γυναικείο 
να διαπρέπει, να λάμπει, να ξεχωρίζει...
Ένα ολόλαμπρο μαζεμένο θησαυρό είχαν ενώπιον τους,
πράγμα που σήμαινε πλάσμα επικίνδυνο!
Τί επώδυνο, διαχρονικά, να είναι κανείς  γυναίκα,
με θεία τάλαντα γεμάτη
και με πνεύμα ανήσυχο!
 
Όπου και αν αρμενίζει εδώ και χρόνια
το φωτεινό σου πνεύμα,
στην απέραντη αγκαλιά του γλυκύτατου Θεού,
μείνε τώρα ήσυχη, ευτυχής και μακάρια!
Ο πλούτος που μας δώρισες τόσο απλόχερα,
προτού αναχωρήσεις για το επουράνιο σου ταξίδι,
μας φτάνει και μας περισσεύει,
όχι για μια, αλλά για δυο και τρεις ζωές!

Απόλυτη δικαιοσύνη
είναι έτσι και αλλιώς ανέφικτη
στην ατελή τελειότητα των ανθρώπων!
Γι’ αυτό, πέταξε!
Λεύτερη κι όμορφη ζήσε,
όπου και αν τώρα είσαι!
Η ευτυχία μου έχει το όνομά σου-Μαρία Α. Στυλιανού

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ     
Η Μαρία Α. Στυλιανού γεννήθηκε στην Λευκωσία, της Κύπρου. 
Είναι Κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στις Σπουδές Φύλου. Η παρούσα
ποιητική συλλογή αποτελεί επανέκδοση της πρώτης της έκδοσης στο χώρο της
ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας.
Στον αείμνηστο πατέρα μου Ανδρέα
Εισαγωγή
Τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή.
Οι άνθρωποι που θα συναντήσουμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου και θα
αγγίξουν μ’ ένα θαυμαστό τρόπο την καρδιά μας. Οι άνθρωποι που θα
αγαπήσουμε και μέσα από αυτούς θα αγαπηθούμε. Οι πιο κοντινοί μας φίλοι.
Οι αγαπημένες μας συνήθειες. Η μουσική που μας αρέσει. Ο καφές που θα
πιούμε το πρωί. Οι προορισμοί που θα επιλέξουμε για τα ταξίδια μας.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο και στη δική μου ζωή.
Η ρωσική ποίηση ήλθε σαν ένα απροσδόκητο όμορφο δώρο στη ζωή μου. Ένα
μαγιάτικο απόγευμα, εκεί όπου καθόμουνα με μια παλιά μου φίλη – ποιήτρια
για ένα κρύο καφέ μού πρότεινε με εμφανή ενθουσιασμό στα λαμπερά της
μάτια να διαβάσω Μαγιακόφσκι [1]. Λίγο καιρό αργότερα ένα ιστορικό –
ερωτικό μυθιστόρημα με φόντο την Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι ήλθε στα
χέρια μου, όπως και το πρώτο μου ταξίδι στην πανέμορφη Αγία Πετρούπολη
θέρμαναν το ενδιαφέρον μου για μελέτη της ρωσικής ποίησης και λογοτεχνίας,
ενώ παράλληλα με ενέπνευσαν να ασχοληθώ με το γράψιμο της πρώτης μου
ποιητικής συλλογής την οποία κρατάτε ανά χείρας.
Η παρούσα ποιητική μου συλλογή είναι εμπνευσμένη από τη ζωή και το έργο
μιας μεγάλης γυνακείας προσωπικότητας των γραμμάτων και των τεχνών της
Ρωσίας του περασμένου αιώνα μας, μιας υπέροχης ποιήτριας, μιας γενναίας
ψυχής, η οποία κληροδότησε στον ρωσικό λαό της ένα σημαντικότατο
λογοτεχνικό έργο, επηρεάζοντας μ’ ένα καθοριστικό τρόπο τα λογοτεχνικά και
πολιτικά δρώμενα της χώρας της.
Η γενναία προσωπικότητά της όπως και το δυναμικό ποιητικό της έργο με
γοήτευσαν τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αδύνατο να μην ασχοληθώ γράφοντας
για εκείνη και την ζωή της μέσα από την δική μου ποιητική φωνή.
Με αφορμή μη διασταυρωμένες δημοσιευμένες πηγές που αφορούσαν την
προσωπική της ζωή, με ενέπνευσαν στο να γράψω το πρώτο μου ποίημα. Μετά
ακολούθησε ένα επόμενο ποίημα και ακόμη ένα άλλο, μέχρι που
συμπληρώθηκε μια ολόκληρη ποιητική σύνθεση, σ’ ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα που είχε διάρκεια περίπου επτά έτη.
Με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη της δεν αποκαλύπτεται το πραγματικό της
όνομα ούτε τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία των πρωταγωνιστών της ερωτικής
μου ποίησης. Ο λυρικός μου στίχος κεντάται ανάμεσα στο όνειρο, στο μύθο και
την αλήθεια, όπως ταιριάζει άλλωστε σ’ όλες τις υπέροχες ψυχές που θα
περάσουν από το σταυροδρόμι της σύντομης επίγειας, μα συνάμα ακαταμάχητα
όμορφης ζωής μας.
Λευκωσία, Οκτώβριος 2020
Μαρία Α. Στυλιανού