Σελίδες

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Νυχτα Χριστουγέννων (Ποιήματα)

 

 «Δεν ωφελεί το παράπονο/ Λίγο σιτάρι για τις γιορτές/ λίγο κρασί για τη θύμηση /λίγο νερό για τη σκόνη»
Νίκος Γκάτσος (Αμοργός)

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος 
δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει 
τ' αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες' στ' άλλα αστέρια 
ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη 
Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.
(Γεώργιος Δροσίνης («Νύχτα 
χριστουγεννιάτικη», 1935)
Άγγελου Σικελιανού, «H Γέννηση»
Απ' όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ' Ενα
ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,
κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν' ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ' άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.

«Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940) Ζωή Καρέλλη
Ολόκληρο το ποίημα / ΕΔΩ 

Ένας Θεός-Κωστής Παλαμάς

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι... 

Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή* το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι 


Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.


Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο-Kωστής  Παλαμάς

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι

κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,

που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.




Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος/
λίγο φαΐ, λίγο κρασί/
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.(Οδ.Ελύτης)

«Ἡ Γέννηση» (1983)Τάσος Λειβαδίτης
« Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα.
Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία».
Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες
καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό 


Το παιδί με τη σάλπιγγα(Νικηφόρος Βρεττάκος)
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.
Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται…
Γιώργος Θέμελης, ΙΙΙ. Φάτνη
«Ἕνας Θεός»Κωστής Παλαμάς


Ὦ, μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεὸς
καὶ τὸ κορμί μου γίνεται ναός,
δὲν εἶναι ὡς πρῶτα φάτνη ταπεινὴ
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
τὸ μέτωπό μου λάμπει σὰν ἀστέρι…
Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή τὸ γράφει 
τὰ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι
τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι!.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος



κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ(Μίλτος Σαχτούρης)
Ὅλοι κοιμοῦνται
κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ
περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ
ἀσημένια φεγγάρια
καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει
γιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἕνας νέος ἄνθρωπος
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
τὴν παγωμένη
ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα
καὶ τόση μαύρη πίκρα.
(Τόλης Νικηφόρου)

Ενας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους
 απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα.

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου-Τέλλος  Άγρας

Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου,

το γεννημένο μας Χριστό,

τα βόδια επάνω του εφυσούσαν

όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,

και μέσα η φάτνη η φτωχική,

άστραφτε πιο καλά από μέρα,

με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,

κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά,

πως θα καθίσει σαν κορώνα,

στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,

τον προσκυνούσαν ταπεινά,

ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,

κι' έψελναν γύρω του «ωσαννά».

Μα κι' από αγγέλους κι' από μάγους,

δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,

όσο της Μάνας Του το στόμα,

και το ζεστό - ζεστό φιλί.

Χριστούγεννα- Τέλλος Άγρας

Ὄξω πέφτει ἀδιάκοπα καὶ πυκνὸ τὸ χιόνι,

κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά. 

Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι, 

μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά...


Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι 

καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά. 

Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι 

καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!


Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη 

κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά. 

Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει, 

μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.


Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι, 

ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ 

στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι, 

κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά...



Από «Τα Σχόλια του Τρίτου» (Μ.Χατζιδάκις)


«Ο κόσμος πια δεν είναι μαγικός. Και τα

 Χριστούγεννα, μια οργανωμένη μηχανή… Έτσι

 ο Χριστός γεννιέται σιωπηρώς. Κανείς δεν τον

 αναζητά, κανείς δεν τον εσκέφτεται κι έρχεται

 μόνος σιωπηλός για να πεθάνει μόνος… κι αυτό

 τ’ αστέρι της βηθλεέμ, τι θέλει πάλι κι ήρθε

 ετούτη τη χρονιά… 

Α! τα Χριστούγεννα, δεν 


 είναι φέτος ούτε για τα παιδιά. 

Άλλωστε 

απέκτησαν και αυτά, χάρις στην βιομηχανικήν

 ανάπτυξη, μιαν εντελώς προσωπική μυθολογία

 που απέχει χιλιάδες μέτρα από τη μυθολογία

 της γέννησης του Χριστού…

Η σιωπηλή αυτή γέννηση, μέσα στον άσχετο

 και θορυβούντα κόσμο μας, φαντάζει ακόμα

 πιο ιερή και πιο σημαδιακή, από την γραφική

 των τυπικών χριστιανών, που εννοούν να

 βλέπουν τον Χριστό, Θεό απ’ τη γέννησή του,

 εξ αρχής, κι όχι μετά, στον θάνατο, στο τέλος,

 στην κατάληξή του».

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Οι χαμένοι φίλοι έρχονται πάντα ξαφνικά- (Μάνος Ελευθερίου)

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ. Χτυπούν την πόρτα σου – μιαν άλλη πόρτα. Δεν είναι το δικό σου σπίτι. Εσύ δεν είχες. Κι έχεις αλλάξει τόσα σπίτια, που τώρα δεν ξέρεις ούτε εσύ πού μένεις. Ξεκινάς και πάντα στέκεις ανάμεσα σε δέκα σπίτια και δεν θυμάσαι πού μένεις. Αλλά οι άλλοι, που φορούν κατάσαρκα τη νύχτα, πώς σε βρίσκουν;

Βάζεις το κλειδί σε μια πόρτα. Δεν ανοίγει. Κάνεις θόρυβο. Την ανοίγουν οι νοικοκυραίοι και σε ρωτούν τι θέλεις. Τίποτε δεν θέλεις. «Και πώς με το κλειδί;» σου λένε. «Τι είναι αυτό; Θα φωνάξουμε την αστυνομία». Πώς να εξηγήσεις; Όταν επιτέλους βρεις το σπίτι σου, θέλεις να ξαπλώσεις. Κανένας εδώ δεν θα φωνάξει την αστυνομία. Προς τι άλλωστε; Δεν τη φώναξαν γιατί σε λυπήθηκαν.

Σε είδαν έτσι παραδαρμένο, με μπογιές στο πρόσωπο, δήθεν ντυμένο Άμλετ, «κάτι διαφημίζει αυτός», έτσι άκουσες. Κι έτσι τη γλίτωσες.

Σταματημένα καράβια στη μέση του πελάγου είναι οι φίλοι σου. Σάπια καράβια, έρμαια της βροχής και των κυμάτων. Κουβαλώντας βαλίτσες με άχρηστα ρούχα από ρόλους ανθρώπων που ποτέ δεν έπαιξαν ή έπαιξαν κι έφαγαν τα μούτρα τους, με τα παιδικά τους κοντά, βελούδινα παντελονάκια –για γούρι– τυλιγμένα προσεκτικά. Αποκόμματα εφημερίδων. Χαρτιά της αστυνομίας. Αφίσες με το ερειπωμένο τους πρόσωπο επιχρωματισμένο. Ξύλινα κουτιά που κρύβουν ψεύτικα βυζαντινά στέμματα, ζώνες, παραμάνες, καρφίτσες, βελόνες, κουμπιά, κόπιτσες, κλωστές. Και πολλά τσίγκινα κουτάκια με πούδρες και μπογιές για το πρόσωπο. Περούκες, πομάδες και αρώματα. Κι ακόμη τα σκηνικά μιας μελλοντικής ευτυχίας σε ταλαιπωρημένα θεατρικά έργα.

Μια γυναίκα. Μόλις ανασαίνει η φωτογραφία της στο ρημαγμένο πορτοφόλι. Διπλωμένη σαν παλιά συνταγή για κάποιο φάρμακο. Οι φίλοι σου είναι το εισιτήριο για να μπεις σε μια πόλη. Να μπεις σ’ ένα θέατρο και σ’ ένα ιπποδρόμιο. Μοιάζουν να χάνονται σιγά σιγά, όπως αν αφήσεις τη φωτογραφία πολύ καιρό στον ήλιο. Αυτούς τους φίλους δεν θα τους ξαναβρείς. Αν έρθουν, θα κρατούν περγαμηνές και χρυσόβουλα. Θα ‘ναι ντυμένοι με ιερατικά άμφια, κεντημένα με διαμαντικά, και θα σου αναγγείλουν την απέραντη μοναξιά που σε περιμένει, όσο ζεις σ’ αυτή την άρρωστη πόλη του χαμού.

Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα σου (Μάνος Ελευθερίου)

Πάντα χρειάζεται. Πάντα χρειάζεται δίπλα σου. Στις μικρές και τις μεγάλες χαρές. Στις καταστροφές και στην αρρώστια. Στον αέρα και στις βροχές. Στον ήλιο και στη θάλασσα. Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα σου. Αυτός είναι όλα μαζί τα φαρμακεία και τα φάρμακα του κόσμου.

Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον εκστρατείας

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Άγγελος Πετρουλάκης ( 1952-2021) Ποιήματα


(Ι)
Σ’ έναν τοίχο έγραψα πως
ανήκω σ’ εκείνους που θα φύγουν
με την εικόνα σου,
πως ανήκεις στους γαλαξίες
που δε θα ταξιδεύω.
Δεν ήξερα τότε πως
μια νύχτα σαν την αποψινή
θα άνοιγα ξανά το συρτάρι των αναπολήσεων
με μια ακόμα φωτογραφία σου
να μιλά αρχαία φθινόπωρα.

Σου είχα πει:
Αναπνέω μια σιωπή.
Αυτήν τη σιωπή σχηματοποιώ
σε μάτια και χείλη,
σε γήινες εκφράσεις που θέλουν ν’ αποδράσουν
στη μεταφυσική των ανεκπλήρωτων ερώτων.
Εσχατολογική αναζήτηση πια
το καταβύθισμα στα μάτια σου
αφού καμιά ιστορία δε θα σταθεί
στο άσημο των ημερών μου.

Άκου:
Η δική μας μικρή ιστορία
δεν μπορεί να είναι το εγωιστικό υπόλοιπο
των προσθαφαιρέσεων που εγκλώβισαν τη ζωή μας.
Ίσως και να είναι μια μουσική από κάποια σονάτα
που έτυχε ν’ ακούσουμε ανάμεσα σε δυο τσιγάρα.

www.poein.gr (10-7-2015)


(ΙΙ)

Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις,
ακροποδητί,
μην τις ξυπνήσω.

Δικαιούνται έναν ύπνο – θάνατο,
σκεπασμένες με τη σκόνη της σιωπής
και οι αναμνήσεις.
Άλλωστε, τις υποβρύχιες νύχτες
δεν τις αντέχει εύκολα ο λυγμός.
Κάθε άρνηση και το σχήμα της,
κάθε απόρριψη και το πρόσωπό της.
Η αμφισβήτηση ακροβατεί
ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο.
Ζωή σε αυτοαναίρεση.
Τα νηολόγια των ερώτων σε άγονες δημοπρασίες,
σ’ ένα ταξίδι που μιλά για έγκοπα όνειρα
και δειλινά εικονογραφημένα με ματαιώσεις.

Σε μιαν άλλη ζωή ίσως μιλήσουμε μιαν άλλη γλώσσα.

www.poein.gr (10-7-2015)


(ΙΙΙ)
To αντίο το είπαμε
πίνοντας κρασί
και λέγοντας πως θα ξαναβρεθούμε.
Ύστερα
με μια χαρτοπετσέτα
σκουπίσαμε τ’ απομεινάρια της νύχτας
και τις λέξεις
που σαρκάζουν με νόημα τις υποσχέσεις.

Φεύγοντας
όλα ντύθηκαν στις αποχρώσεις του κόκκινου
έτσι ώστε να μη ματώνουν
μόνο οι αναμνήσεις.

 από την προσωπική σελίδα στο facebook του Άγγελου Πετρουλάκη (3-12-2016)


(IV)
Κυριακάτικη αναζήτηση
με τις φωνές να προχωρούν
στα τέσσερα.

Αρχαία σημάδια
που ανακαλύπτω σε κάθε νέο ρούχο.

Κλείνοντας οριστικά τα μάτια
θ’ αφήσω δυο, τρεις λέξεις
να πλανιένται στο αύριο,
αφού πρώτα τους αφαιρέσω τα φωνήεντα,
έτσι ώστε να καγχάζουνκάθε απόπειρα μνημόνευσής μου.

από την προσωπική σελίδα στο facebook του Άγγελου Πετρουλάκη (6-12-2020)


(V)
Υπάρχουμε,
σ’ ένα κατακερματισμένο σήμερα,
ανάμεσα σε ορίζοντες απροσπέλαστους,
ανάμεσα σε χέρια τεντωμένα
που ψηλαφούν τα σκοτάδια.

Υπάρχουμε,
χωρίς να ξέρουμε το γιατί,
βαδίζοντας δρόμους άγνωστους,
απέναντι σ’ άγνωστο τέλος,
θρυμματιζόμενοι από πλαστότητες
και αυταπάτες.

Υπάρχουμε
μέσα στους μύθους μας,
αναζητώντας τη λύτρωση
σε φαιδρά είδωλα.

Τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα αύριο δίχως μύθους;

Μόνοι απέναντι στην άγνοια
πώς θα παλέψουμε την αγωνία;
Με τους αμφιβληστροειδείς άδειους από ήλιο
τι χρώμα θα έχουν οι εικόνες;

Πώς θ’ αντιπαλέψουμε τη μοίρα μας
τώρα, που όλα όσα μας τυλίγουν
έγιναν πλαστικά;

Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που προχωράει αγνοώντας τη συμπεριφορά του νερού και του ανέμου.
Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που ανερμήνευτα πορεύεται ανάμεσα στο τυχαίο και στη λήθη της ιστορίας.
Δακρύζω για ό,τι χάθηκε πριν καν δηλώσει την ύπαρξή του. Συχνά ανεμίζω λέξεις μισοσπασμένες και ακόμα συχνότερα ενταφιάζω επιθυμίες.
Όσο για τα γράμματα της αλφαβήτου. Από τα πλέον αγαπημένα, μου είναι αυτά που λιγότερο χρησιμοποιούν οι άνθρωποι.
Από την πτήση μου, κράτησα μόνο εκείνα τα γράμματα που θα μου χρησιμεύσουν στην πτώση μου…

—Λόγος και αιτία για μια σιωπή (Λάρισα, 2001)

Πετρουλάκης, Άγγελος- 1952-2021

Ο Άγγελος Πετρουλάκης γεννήθηκε το 1952 στη Λάρισα. Η σχέση του με τη δημοσιογραφία ξεκίνησε το 1967, όταν ως μαθητής τού Γυμνασίου, άρχισε να γράφει σημειώματα, σχόλια, άρθρα στις τοπικές εφημερίδες της Λάρισας.

Συνεργάστηκε και έγραψε σε εφημερίδες και site, όπως η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», η «Larissanet», και η LarissaPress.
Η σχέση του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε επίσης το 1967 δημοσιεύοντας ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό τής Λάρισας «Προσανατολισμοί», που εκδίδει εκείνη την εποχή ο επίσης νεαρός Δημήτρης Κουνελάκης, ανατρέποντας τον εφησυχασμό τής επαρχιακής πόλης.
Το φθινόπωρο του 1971, στις εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821, κέρδισε Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο τής Ακαδημίας Αθηνών, στην ποίηση.

Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις Δεδεμάδη» εφτά τόμοι με διηγήματα και νουβέλες του, που είχαν βασιστεί στα εγκληματολογικά αρχεία και χρονικά τής Ελληνικής Χωροφυλακής τής 25ετίας 1955-1980 με το γενικό τίτλο «Εγκλήματα στην Ελλάδα». Τα «Εγκλήματα στην Ελλάδα» είναι τα πρώτα που εισάγουν στην αστυνομική λογοτεχνία υποθέσεις που άπτονται των εγκληματολογικών χρονικών και παρουσιάζουν ρεαλιστικά την πορεία για την εξιχνίασή τους.

Έχει εκδώσει συνολικά 16 βιβλία:
«ΛΟΓΟΣ πρώτος» – ποίηση (1981)
«ΛΟΓΟΣ δεύτερος» – ποίηση (1984)
«ΛΟΓΟΣ τρίτος» – ποίηση (1999)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση» – ποίηση (2011)
«Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (2002)
«Κρυφοί έρωτες» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (2004)
«Ζωές στο κόκκινο» – μυθιστόρημα (2010) Εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ.

Έχει γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος «Μικρά αντίο» του καρδιοχειρουργού Σωτήρη Πράπα (Εκδόσεις Καστανιώτης).
Έχει σχεδιάσει, επιμεληθεί και γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος του Γιώργου Μποντικούλη «ΛΑΡΙΣΑ – άνωθεν».


Στο στόμα μου χωράει πια,

μόνο τ’ όνομά σου…

Τα μάτια μου

υπάρχουν, πια, μόνο για την επιστροφή.

Σε ποια κοσμογονία να σ’ αναζητήσω;

Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ