Σελίδες

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η αγωνία του Ιούδα (Κώστας Βάρναλης)

 

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,

ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.
Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι,—

την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!
Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
—ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά·
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι!—

αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.
Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.
Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.
Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος Ιωάννης από μας
παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.

Όλους μάς καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!
Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,
κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.
Τί να ’ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια προσταγή;…
Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις

σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.
Μα κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό
πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει στον αέρα.
Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.
Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα

βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.
Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε —βάγια πολλά και φοινικιές!—
και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,
γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)
του ’πα σιγά: —«Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»

—«Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη»!
Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;
Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.
Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,
ζητάει δικά της δω στη Γης δυο πιθαμές χαλίκια,

απ’ τ’ αγαθά, που ’δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!
Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά
απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,
από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;
Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω

κι εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;
Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,
μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.
Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά
για κείνους, που την αρετή μάς θέλουν της θυσίας.

Ήρθε γι’ αυτούς, — για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.
Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.
Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,
μα σύντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,
πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει·

ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μού τα χωρίζει.
(Θυμάται τη μάνα του)
Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.
Μες στα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,
ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.
Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.

Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!
Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κι ύστερα, σιγά
θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.
Και ξέρω τί καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,
θα πουν οι εμπόροι των θεών: «Τον πρόδωσε για χρήμα»!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ελεγειακή σονάτα σε μια αληθινή κυρία-Μαρία Α. Στυλιανού

 Γυναίκα,
τόσοι κι άλλοι τόσοι θέλησαν,
να φιμώσουν τη φωνή και το αληθινό σου είναι,
φοβούμενοι μήπως σκορπίσεις στο πέρασμά σου
τη δικιά σου μοναδική ομορφιά,
να καταργήσουν τους λυρικούς σου στίχους,
φορεμένες πολιτείες της βασανισμένης ρωσικής ψυχής σου,
να  φυλακίσουν το λαμπρό σου πνεύμα,
την μεγαλοπρέπεια της καρδιάς σου,
τη λεύτερη σαν πουλί σκέψη σου,
ν’ αφανίσουν το Φως που κατοικεί βαθιά μες στα στήθια σου,
να σ’ αλυσοδέσουν σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο δωμάτιο,
να σε μεταμορφώσουν σ’ αυτό που δεν είσαι...
Γιατί αυτό θα τους βόλευε περίφημα...
 
Αλήθεια, πόσα και πόσα έχεις  περάσει;
Άπιστοι σύζυγοι, ακατάλληλοι εραστές, απρόβλεπτες ασθένειες,
αμέτρητες απώλειες ανθρώπων της καρδιάς σου,
συνεχή ματαίωση,
μισές αγάπες, μισές αλήθειες,
και τόσα-τόσα άλλα που είναι αδύνατο
να χωρέσουνε σ’ ένα μόνο λευκό χαρτί...
 
Ω! Πόσο θα’ θελα  -τώρα- να σ’ είχα αντίκρυ μου
και να στ’ ομολογήσω πως,
σε θαυμάζω!
Ναι, σε θαυμάζω, γιατί σε όλα άντεξες!
Σε θαυμάζω για το ποιόν και τις πράξεις σου,
νάματα μεγαλοσύνης σεμνότατης
κι ηρωισμού πρωτοφανέρωτου!
Σε θαυμάζω για τις καταγεγραμμένες σου νίκες!
Σε θαυμάζω για την αξιοπρέπειά σου,
μπροστά στις επιβεβλημένες σου ήττες!
Σε θαυμάζω που δεν πρόδωσες ποτέ τον εαυτό σου,
ακόμα και στις πιο δραματικά αντίξοες συνθήκες!
Σε θαυμάζω γιατί κατάλαβες από τη νεότητά σου
τη δική σου αξία, δίχως να στο διδάξει κανείς!
Σε θαυμάζω γιατί όρισες  το πεπρωμένο σου,
έχοντας το δικό σου όμορφο πνεύμα σαν υπερήφανο όπλο,
κόντρα στην περιρρέουσα ασκήμια της εποχής σου!
 
Έχω νοιώσει με τι πίκρα έχεις πετάξει
εκεί ψηλά, πέρα στα ουράνια.
Έχω εννοήσει τη ματωμένη σου αλήθεια,
πως λιγοστοί σ’ έχουν νοιώσει, όπως θα σου’ πρεπε
κι ακόμη πιο λίγοι σ’ έχουν αγαπήσει αληθινά,
όπως εσύ το επιθυμούσες και με αξιοπρέπεια αποζητούσες.
 
Εσύ,
η κορυφαία Μούσα ποιητών και καλλιτεχνών,
η όντως  Ποιήτρια,
το όντως ελεύθερο πνεύμα,
ήσουνα ένα υψηλό ιδανικό,
παράξενο και ακατανόητο μαζί!
Γι’ αυτό, συγχώρεσε, όλους εκείνους  που
σε κέρασαν ασύστολα της πίκρας τα φαρμάκια.
Ποτέ δεν θέλησαν να μετανοήσουν
για τα σφάλματα κι εγκλήματα που είχαν υποπέσει,
ραπίζοντας ποικιλοτρόπως την γενναία σου ψυχή.
Δεν ήτανε διόλου εύκολο για κείνους,
ένα αιώνα πριν,
να βλέπουν τον καλύτερό τους
και μάλιστα ένα πρόσωπο γυναικείο 
να διαπρέπει, να λάμπει, να ξεχωρίζει...
Ένα ολόλαμπρο μαζεμένο θησαυρό είχαν ενώπιον τους,
πράγμα που σήμαινε πλάσμα επικίνδυνο!
Τί επώδυνο, διαχρονικά, να είναι κανείς  γυναίκα,
με θεία τάλαντα γεμάτη
και με πνεύμα ανήσυχο!
 
Όπου και αν αρμενίζει εδώ και χρόνια
το φωτεινό σου πνεύμα,
στην απέραντη αγκαλιά του γλυκύτατου Θεού,
μείνε τώρα ήσυχη, ευτυχής και μακάρια!
Ο πλούτος που μας δώρισες τόσο απλόχερα,
προτού αναχωρήσεις για το επουράνιο σου ταξίδι,
μας φτάνει και μας περισσεύει,
όχι για μια, αλλά για δυο και τρεις ζωές!

Απόλυτη δικαιοσύνη
είναι έτσι και αλλιώς ανέφικτη
στην ατελή τελειότητα των ανθρώπων!
Γι’ αυτό, πέταξε!
Λεύτερη κι όμορφη ζήσε,
όπου και αν τώρα είσαι!
Η ευτυχία μου έχει το όνομά σου-Μαρία Α. Στυλιανού

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ     
Η Μαρία Α. Στυλιανού γεννήθηκε στην Λευκωσία, της Κύπρου. 
Είναι Κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στις Σπουδές Φύλου. Η παρούσα
ποιητική συλλογή αποτελεί επανέκδοση της πρώτης της έκδοσης στο χώρο της
ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας.
Στον αείμνηστο πατέρα μου Ανδρέα
Εισαγωγή
Τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή.
Οι άνθρωποι που θα συναντήσουμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου και θα
αγγίξουν μ’ ένα θαυμαστό τρόπο την καρδιά μας. Οι άνθρωποι που θα
αγαπήσουμε και μέσα από αυτούς θα αγαπηθούμε. Οι πιο κοντινοί μας φίλοι.
Οι αγαπημένες μας συνήθειες. Η μουσική που μας αρέσει. Ο καφές που θα
πιούμε το πρωί. Οι προορισμοί που θα επιλέξουμε για τα ταξίδια μας.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο και στη δική μου ζωή.
Η ρωσική ποίηση ήλθε σαν ένα απροσδόκητο όμορφο δώρο στη ζωή μου. Ένα
μαγιάτικο απόγευμα, εκεί όπου καθόμουνα με μια παλιά μου φίλη – ποιήτρια
για ένα κρύο καφέ μού πρότεινε με εμφανή ενθουσιασμό στα λαμπερά της
μάτια να διαβάσω Μαγιακόφσκι [1]. Λίγο καιρό αργότερα ένα ιστορικό –
ερωτικό μυθιστόρημα με φόντο την Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι ήλθε στα
χέρια μου, όπως και το πρώτο μου ταξίδι στην πανέμορφη Αγία Πετρούπολη
θέρμαναν το ενδιαφέρον μου για μελέτη της ρωσικής ποίησης και λογοτεχνίας,
ενώ παράλληλα με ενέπνευσαν να ασχοληθώ με το γράψιμο της πρώτης μου
ποιητικής συλλογής την οποία κρατάτε ανά χείρας.
Η παρούσα ποιητική μου συλλογή είναι εμπνευσμένη από τη ζωή και το έργο
μιας μεγάλης γυνακείας προσωπικότητας των γραμμάτων και των τεχνών της
Ρωσίας του περασμένου αιώνα μας, μιας υπέροχης ποιήτριας, μιας γενναίας
ψυχής, η οποία κληροδότησε στον ρωσικό λαό της ένα σημαντικότατο
λογοτεχνικό έργο, επηρεάζοντας μ’ ένα καθοριστικό τρόπο τα λογοτεχνικά και
πολιτικά δρώμενα της χώρας της.
Η γενναία προσωπικότητά της όπως και το δυναμικό ποιητικό της έργο με
γοήτευσαν τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αδύνατο να μην ασχοληθώ γράφοντας
για εκείνη και την ζωή της μέσα από την δική μου ποιητική φωνή.
Με αφορμή μη διασταυρωμένες δημοσιευμένες πηγές που αφορούσαν την
προσωπική της ζωή, με ενέπνευσαν στο να γράψω το πρώτο μου ποίημα. Μετά
ακολούθησε ένα επόμενο ποίημα και ακόμη ένα άλλο, μέχρι που
συμπληρώθηκε μια ολόκληρη ποιητική σύνθεση, σ’ ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα που είχε διάρκεια περίπου επτά έτη.
Με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη της δεν αποκαλύπτεται το πραγματικό της
όνομα ούτε τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία των πρωταγωνιστών της ερωτικής
μου ποίησης. Ο λυρικός μου στίχος κεντάται ανάμεσα στο όνειρο, στο μύθο και
την αλήθεια, όπως ταιριάζει άλλωστε σ’ όλες τις υπέροχες ψυχές που θα
περάσουν από το σταυροδρόμι της σύντομης επίγειας, μα συνάμα ακαταμάχητα
όμορφης ζωής μας.
Λευκωσία, Οκτώβριος 2020
Μαρία Α. Στυλιανού

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Ω! Η Απουσία! (Ποιήματα)

H απουσία που γεννά ποίηση η ποίηση που αναγεννά την απουσία, κάθε απόντας και ένας ποιητής που χάθηκε στα σύνορα των λέξεων, κρατώντας αναμμένη την ασύλληπτη εικόνα του μέχρι που στο διάβα του έγινε καπνός, αφού ταυτίστηκε με την απόσταση που το ποίημα δεν μπόρεσε να νικήσει.
Κάθε ποίημα δεν είναι απλά μια κατάδυση στο άγνωστο και ανεκπλήρωτο, είναι περισσότερο μια μάχη με τη λήθη, μια μάχη με το μηδέν, και το πώς θα την δώσει τη μάχη του αυτή ο ποιητής έχει κατά μεγάλο μέρος να κάνει με το πώς βίωσε και βιώνει την απουσία...
 

Πηγή
Γιάννης Ρίτσος- Απόσπασμα από το ποίημα . ΙΧ ., από  την ποιητική συλλογή «Σχήμα της απουσίας» που περιλαμβάνεται στα «Ποιήματα – τόμος Β΄», Κέδρος
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.

Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
Αθήνα, Φεβρουάριος-Μάρτης 1958

-Γιάννης Ρίτσος, «Και εσύ να λείπεις»-Απόσπασμα:
«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
Και εσύ να λείπεις,
Να’ ρχονται οι Άνοιξες
με πολλά διάπλατα παράθυρα,
Και εσύ να λείπεις,


Να λείπεις –δεν είναι τίποτα να λείπεις .
Αν έχεις λείψει για ό, τι πρέπει,
Θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα
που για αυτά έχεις λείψει,
Θα’ σαι για πάντα μέσα σε αυτόν τον κόσμο…»


Εγκώμιο της απουσίας- Σοφία Βούλγαρη

Ι.
Η απουσία
ίσον κενό

Εκείνο που δεν λέγεται
Αυτό που δεν υπάρχει
Δεν πιάνεται δεν επαναλαμβάνεται
Δεν είναι κάτι το συστηματικό
Το όριο του νοήματος
Η έκλειψη του λόγου
Η απουσία είναι αυτό
Που με κάνει να γράφω
Που με κάνει να προσπαθώ
Να συνθέσω
Να αναπαραστήσω
Η απουσία είναι
Αυτό που δεν μπορείς ποτέ

Να αναπαραστήσεις
Και τη γεμίζεις με παρουσία
Για να κλείσει η τρύπα
Η καθημερινότητα
Και το παρόν
Το παρελθόν
Μια τρύπα όπου πέφτουμε με φόρα όλοι μαζί
Αίμα που συγκρατείται από ιστούς και δέρμα
Σακί κυττάρων
Ο άνθρωπος
Μια προσομοίωση ζωής
Ένα απείκασμα μια στιγμιαία
ουτοπία
Η απουσία 
Ο άνθρωπος
Και ο πολιτισμός του
Το μικρό χαμόγελο
Ενός παιδιού
Η απέραντή του πίστη στη ζωή
Στην παρουσία επενδύουμε
Ποντάρουμε
Αντίδοτο
η απουσία
Και αντιστάθμισμα
Η απουσία λουλούδι
Καπνός

Το άπειρο και το μηδέν
Το τίμιο ξύλο
Του ανθρώπου

ΙΙ.
Η απουσία
Ομόηχη κραυγή 

της
παρουσίας

της λήθης
το αντίπαλον

δέος
ΠΗΓΗ
Separation
By W. S. Merwin
Your absence has gone through me
Like thread through a needle.
Everything I do is stitched with its color.
Ουίλιαμ Στάνλεϊ Μέργουιν-
ΧΩΡΙΣΜΟΣ

(SEPARATION)
Η απουσία σου έχει περάσει μέσα μου
Σαν κλωστή μες από μια βελόνα·
Οτιδήποτε κάνω είναι ραμμένο με το χρώμα της.
ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ-Κική Δημουλά(απόσπασμα)
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει.
Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;


....Η απόσταση μεταξύ των σωμάτων
δεν είναι κανόνας του χορού
είν'ο βραδύς ψαλμός της προσέγγισης
το αμήν της βαθύφωνης έλξης....(Κική Δημουλά)
Εύφλεκτη η απόσταση-Κική   Δημουλά

Ασυγχώρητη η απροσεξία
να μου στείλεις επι χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τη φωτογραφία σου
με αναμμένο το τσιγάρο της.

Αν έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποια πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θα έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιαν εξαντλημένη θεραπεία
σε ποια αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού
δεν έχω κάνει
-«Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας»


-Φωτιές

“Στην απουσία σου, η μορφή σου διαστέλλεται
 σε σημείο να γεμίζει το σύμπαν. Περνάς στη
 ρευστή κατάσταση που χαρακτηρίζει τα
 φαντάσματα.
Στην παρουσία σου συστέλλεται:
 φτάνει στη συμπύκνωση των πιο βαριών
μετάλλων, του ιριδίου, του υδράργυρου.
 Πεθαίνω από αυτό το βάρος όταν μου πέφτει
πάνω στην καρδιά.”




Μαθήματα ζωής χωρίς εσένα (Σταύρος Σταυρόπουλος)
μαθήματα ζωής
χωρίς εσένα
σε άδεια ερημικά πλάνα
στα ίδια παγωμένα νερά
έγινα πέτρα και φως
προσπαθώντας να ακουμπήσω
για λίγο
τη μακρινή απουσία σου
ακόμη λείπεις.

(1940)-Οδυσσέας Ελύτης - Κλίμα της απουσίας
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' ένα κόμπο λύπης.


ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ-Pablo
Neruda από τα "Εκατό ερωτικά Σονέτα"

Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ
να είσαι,

χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να
περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στου
 πλίνθους,
χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι ανέμου,
και από τότε είμαι γιατί είσαι
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα
είμαστε.


Κλείτος Κύρου, «ΑΠΟΥΣΙΑ»

Γαλάζιες μέρες φουσκοθαλασσιά
Υάκινθοι, ψηλή θερμοκρασία.
Των δυο χεριών σου η άσπλαχνη απουσία
Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά

Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά,
Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει
Με θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει
Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.
Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ
Και στην καρδιά σου πέτρινο στεφάνι.

Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι
Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.

Τα βράδια μας ορφάνεψαν, θαρρώ,
Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.

Σε λίγο θε ν’ ανθίσουν οι ακακίες,
θ’ ανοίξει πάλι το «Τροκαντερό».
Τα ρόδα, τα φεγγάρια, τα πουλιά,
Θε νά ’ρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα.
Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα
Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.

<<Απουσία>>-Κ-Π-Καβάφης (χειρόγραφο)