Translate

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης-Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα

Τάσος Λειβαδίτης-Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα


“Και πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο από λέξεις.” 

«Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.»


Πρόκειται ίσως για ένα «εγχειρίδιο» της ποιητικής τέχνης, ακόμα κι αν ο συγγραφέας του ποτέ δεν το χαρακτήρισε επίσημα στο εξώφυλλο του βιβλίου,
ως συλλογή ποιημάτων, είτε ως αυτοβιογραφία, είτε ως πεζογράφημα με στοιχεία παρμένα από την αληθινή του ζωή.
Χαρακτηρίζουμε όμως, το τελευταίο βιβλίο που πρόλαβε να δει τυπωμένο, ως μια συλλογή ποιημάτων, συγκαταλέγοντάς το ανάμεσα στις 1400 και πλέον σελίδες του συνολικού ποιητικού του έργου.

Κι αυτό γιατί πέρα από συγγραφέας ποιητικών έργων, ο Τάσος 
Λειβαδίτης  υπήρξε δάσκαλος της ποιητικής τέχνης, που έδωσε τη φλόγα και το ερέθισμα σε πολλούς μεταγενέστερους μαθητές, να ακολουθήσουν τα χνάρια και τα βήματα που ο ίδιος άφησε τυπωμένα στα πολύπλοκα και δυσνόητα μονοπάτια που δημιούργησε.
Σκόπιμα; Ίσως…
«Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση;
Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος;
Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ.
Τι ήταν;
Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία —
και τότε τι κάνεις;»
Τώρα μένει, ο κριτικός λογοτεχνίας του μέλλοντος, να αποκωδικοποιήσει τα καλά κρυμμένα νοήματα που φωλιάζουν σα σπίθες έτοιμες να βάλουν φωτιά, στις 76 σελίδες αυτού του μικρού αριστουργήματος.
Ένα αριστούργημα, τέλειο και προσεγμένο μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, που μιλάει για όλα, για όλους, που θίγει με το μπαμπάκι, που σφάζει με το μελάνι της γραφομηχανής, που προβληματίζει, διδάσκει, άλλοτε γλυκαίνει το στόμα σαν καραμέλα, κι άλλοτε πάλι βυθίζει το πνεύμα μέσα σ’ έναν ωκεανό ερωτημάτων χωρίς απαντήσεις.

ΠΗΓΗ
Τάσος Λειβαδίτης, Η δίκη του αιώνος από τη

συλλογή- Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα
Σας παρακαλώ αφήστε με να περάσω
είμαι ο μοναδικός μάρτυς σ’ αυτή τη δίκη,
πρόκειται για το έγκλημα του αιώνος. 
Βέβαια, όλα αυτά είναι υπερβολές της φαντασίας

μου —

πως αλλιώς να δικαιώσω την ύπαρξη μου σ’ έναν

 ακατανόητο κόσμο.

Συνήθως τις περισσότερες ώρες μου τις περνώ στο

 ζωολογικό κήπο

και σκέφτομαι πράγματα τόσο θλιβερά,
 

που τα ζώα γρυλίζουν φοβισμένα –
τέλος, βγάζω το περίστροφο μου, το ακουμπώ στο

 μέτωπο μου και πυροβολώ

αλλά μ’ έχουν ξεχάσει κι οι σφαίρες μου φεύγουν

προς τον ουρανό —

όπως θα φύγω κάποτε κι εγώ λυπημένος, 
χωρίς να μάθω ποτέ ποιός είμαι.



Μια λυπημένη αναπνοή για την πουτάνα τη ζωή

 που μου χρεώσανε…

Θυμάσαι αλήθεια την μέρα που νιώσαμε άξαφνα
 

πως είχαμε αποτύχει στην ζωή μας
ίσως και να πεθάναμε τότε από πόνο, αλλά την ίδια

 στιγμή

απ΄ το βάθος κάποιου δρόμου ακούστηκε η
 ξεχασμένη
μελωδία της Ραμόνας
σαν να μην είχαμε ποτέ μεγαλώσει…
.

Μα τώρα είναι αργά, κλείσε την πόρτα, οι ξένοι ας

μείνουν έξω

ήρθε ο καιρός της δοκιμασίας 
και μ΄ αυτά που θα πεις θα σε κατηγορήσουν αύριο
άλλωστε το ρολόι του σταθμού χτύπησε τρεις: 
η ώρα του αποχαιρετισμού. Ποιός έφευγε; Ποιός

 έμενε;

Και ποιός θα αποδώσει δικαιοσύνη;
. ..
«Μικρό βιβλίο για Μεγάλα όνειρα» (Αθήνα 1987)
«Έζησα μες στη ματαιότητα
 και πάνω στον Ωκεανό…»
«Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
 γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα.»
«Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας
 ένα μικρό γιασεμί.»
«Ώσπου νύχτωνε και τ’ άστρα φώτιζαν σιγά σιγά
 το ακατανόητο του κόσμου. »
«Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοί είμαστε; Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι» «πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν,αλλιώς είναι σα να μην έζησα»

 Oι πιο ωραίες ιστορίες είναι αυτές που δε θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. 
Ω ασυλλόγιστα πουλιά, που ξαναφέρνετε την άνοιξη. Hσυχία. Kοιμάμαι. O θάνατος θα με ξυπνήσει! Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις. Eξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες. Ω εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονό του. 
Mεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα. 

Kαι κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο προσωπικά όπως ο δήμιος.
Kι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου. «Όχι δεν μένει κανείς εδώ», είπα. Kι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.
Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοί είμαστε; Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι… πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν, αλλιώς είναι σα να μην έζησα.
  Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί…

 Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση; Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος; Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ. Τι ήταν; Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία — και τότε τι κάνεις; Η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

Ένα απόσπασμα από το ποίημα «Ο συγκάτοικος του Ιωάννη»
από τη συλλογή «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα».

Μα όταν κάποτε σηκωθώ ν' απολογηθώ θα 'χω μάρτυρες όλα τα σταυροδρόμια που έφτασα ναυαγός
ή τους έρημους σταθμούς που μπήκα να ζητήσω μια μικρή προθεσμία,
κι αργότερα όταν νικηθήκαμε, τι ηδονή να θυμάσαι
κι έζησα με ξεχασμένους πυροβολισμούς και ονειροκρίτες περασμένης μόδας —
όμως στην ταπείνωση υπάρχει κάτι τόσο ωραίο σαν εκείνη την ώρα να διαβαίνει ο Θεός κι αλήθεια
γιατί τα ωραιότερα πράγματα μ' εμπόδισαν πάντα να ζήσω;

Γι αυτό κι η κυρα -Μάρθα εκείνο το βράδυ μ' αγκάλιασε κι ένας στεναγμός βγήκε απ' το στήθος της.
«Για τα χρόνια που θα 'ρθουν», είπε. Τι εννοούσε;
Τι εννοούνε πάντα οι άνθρωποι;
Δεν απάντησα. Αλλά όποιος στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση της κάμαρας έχει διαβεί κιόλας τα σύνορα του κόσμου.
“Τελικά μου 'μεινε αυτή η συνήθεια να κοιτάζω αλλού, έτσι σώθηκα από πολλές καταστροφές
όμως είναι πράγματα που δε θα τα μάθουμε ποτέ, όπως το μάκρος των οριζόντων ή το βάθος της λύπης μας.” 
Τάσος Λειβαδίτης, Ιστορίες για το χειμώνα (απόσπασμα)
 Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1987
[...] Τώρα τα βράδια κάθομαι σε μισοσκότεινα καφενεία και
πίνω με πεθαμένους φίλους
άλλα κι όταν έφυγα απ` τα παιδικά μου χρόνια κρατούσα
ένα γράμμα που δεν έμαθα ακόμα που πρέπει να το
πάω
και για κακή μου τύχη οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν κι
αυτοί θνητοί.

Θυμάμαι τα παλιά προάστια και τα ηλιοτρόπια που σα
μικροί αρχάγγελοι παράστεκαν τους κήπους
θυμάμαι τις μικρές απόμερες κάμαρες όπου πέθανα για
πράγματα που δε θα γνώριζα ποτέ
θυμάμαι τις γυναίκες που αποκοιμήθηκα πάνω στο στήθος τους
ενώ τα μακρινά σφυρίγματα των τρένων μ` έπαιρναν μαζί
θυμάμαι τα μεγάλα πλήθη στους δρόμους να τραγουδάνε
τη Διεθνή.

Εξάλλου δε ζητήσαμε τη νίκη-
μοναχά λίγη μουσική...
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1987

… «Εξάλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς τίποτε σπουδαίο. Αλλά και ποιο είναι το σπουδαίο; Και σε τι θα βοηθούσε;/ Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ´ όνειρο κι´ ω μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό»

Ή άλλοτε έτσι… «Οι πιο ωραίες ιστορίες είναι αυτές που δε θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς». Ή έτσι… - όταν τελειώναμε η θεία Ρόζα έκλαιγε και προσπαθούσε να συμμαζέψει ό,τι απόμεινε απ´ τη ζωή της σ´ έναν παλιό κορσέ – όταν βγαίναμε περπατούσαμε αμίλητοι, «είμαι μεγαλύτερη σου – σε αποπλανώ», μου ´πε κάποτε, «ναι, θεία – αλλά θα πάτε στον παράδεισο γι´ αυτό».*

 «Ώσπου άρχισε να βρέχει κι οι στάλες πάνω στα τζάμια διαγράφονται δυσανάγνωστες σαν το δίκιο των ανθρώπων»*, «…γύρισα τότε στο σπίτι μου και πότισα τους πανσέδες που είναι ζωγραφισμένοι στο κάλυμμα του καναπέ…», «Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…».
Ίνα πληρωθή το ρηθέν...(απόσπασμα)
Ήμουν τόσο λυπημένος,
που οι άγγελοι μου τραγουδούσαν στον ουρανό, άρχιζα
τότε να τραγουδάω κι εγώ
για να μην καταλάβουν οι γείτονες, έτσι απέκτησα τη
φήμη ξένοιαστου ανθρώπου
εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατάω ξύπνιο αυτό
το ηλίθιο φάντασμα
μιας παλιάς ευτυχίας, και καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε
δακρυσμένη "γιατί σ' αρέσει να ταπεινώνεσαι;"
"θέλω να καταλάβω, μητέρα".

Και κάθε τόσο απ' το μεγάλο ρολόι του τοίχου
ακούγονταν οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων
στο ίδιο σπίτι μέναμε πολλοί:
ο γέρος με το φλάουτο
ένας τρελός χωρίς ηλικία
ένα φάντασμα απ' την Οδησσό
εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον
ουρανό -
τ' απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω
ν' ανάβουν ένα ένα τ' άστρα
έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.

Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν
πραγματοποιηθήκατε ποτέ
όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος
στη ματαιότητα, ενώ η μητέρα
κλειδωνόταν στην κάμαρα κι έκλαιγε σιωπηλά -
νευρασθένεια, έλεγαν οι γιατροί, όμως εγώ ήξερα ότι
είχαν περάσει τα χρόνια
κι έπρεπε τώρα να κλάψει και για εκείνα που δεν έγιναν ποτέ
κι ίσως αυτά να ήταν η αληθινή ζωή μας.

Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση;
 Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος;
 Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ.Τι ήταν; 
Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία, και τότε τι κάνεις; 

Τακτοποιούσα λοιπόν το ανάστατο παρελθόν μου βέβαιος ότι μου ‘κλεψαν το άπειρο, που φυσικά δε μου χρησίμευε σε τίποτα
 κι όμως αυτό με βοηθούσε να ζω — γιατί κάθε στιγμή κάτι απερίγραπτο συμβαίνει που δε θα το μάθουμε ποτέ… 
πράγματα ασήμαντα που τα ξεχάσαμε, αλλά θα τα θυμηθούμε κάποτε ένα βράδυ και θα κλάψουμε, 
ενώ έξω θ’ ακούγεται το σφύριγμα ενός τραίνου για ποια αναχώρηση ή ποια επιστροφή; 

Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε στην άκρη ενός κόσμου που δε γνωρίσαμε…

Και κάθε μέρα όλο και μεγάλωνε αυτή η υποψία, ότι το πιο σπουδαίο το είχα αφήσει να μου ξεφύγει χρονολογίες που στοίχειωσαν με τα χρόνια
 — και καμιά φορά η ομίχλη είναι το άλλο πρόσωπο μας λέξεις θριάμβου ειπωμένες χαμηλόφωνα σε νικημένα βράδια ή τη νύχτα όταν όλοι κοιμούνται αναδύεται το άλλο σπίτι, 
εκεί που ζήσαμε παιδιά χωρίς κανείς να το ξέρει κι η θεία Ρόζα είχε χάσει τώρα τη μνήμη της κι έψαχνε μες στους υάκινθους. 

Ζήσαμε πάντοτε άλλου και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει ερχόμαστε για λίγο… Τάσος Λειβαδίτης-Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα.