Translate

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Ανεμώνη-Ανεμολούλουδο-Παπαρούνα


Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες.(Οδ.Ελύτης)


Ανεμώνη-Ανεμολούλουδο

Το όνομα του λουλουδιού συνδέεται με τον αρχαίο ερωτικό μύθο του Άδωνη και της Αφροδίτης. 
 Ο μύθος είναι πολύ γνωστός. Ενέπνευσε μάλιστα και μεγάλους ποιητές όπως ο Οβίδιος και αρκετά αργότερα ο Σαίξπηρ να γράψουν ύμνους σ' αυτόν τον έρωτα. 
Σύμφωνα με το μύθο ο Άδωνης βγήκε για κυνήγι στο δάσος.
Εκεί όμως τον παραφύλαγε ο θεός Άρης ο προηγούμενος εραστής της Αφροδίτης που ζήλευε τον Άδωνη αφού η Αφροδίτη τον παράτησε για τα μάτια του ωραίου νέου.
Ο Άρης μεταμορφώθηκε σε άγριο κάπρο, επιτέθηκε στον Άδωνη και τον πλήγωσε θανάσιμα. Η Αφροδίτη άκουσε τα βογκητά του Άδωνη και έσπευσε να τον βρει.
Όμως ήταν πια αργά. 

Απαρηγόρητη η Αφροδίτη πήρε στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του αγαπημένου της και όπως λέγεται ράντισε με νέκταρ την πληγή.
Από το μείγμα που έκαναν το νέκταρ με το αίμα ξεπήδησε ένα όμορφο λουλούδι. 

  Μόνο που η ζωή αυτού του λουλουδιού κρατάει λίγο.
 Όταν ο άνεμος φυσάει κάνει τα μπουμπούκια του φυτού να ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά.
Έτσι το λουλούδι αυτό ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του. 

Θα ήταν παράληψη αν δεν αναφέραμε ότι υπάρχει και λουλούδι με το όνομα Άδωνης το οποίο μάλιστα έχει και φαρμακευτικές ιδιότητες.

Άδωνης- Αγριοπαπαρούνα

Το λουλούδι που αναφέρει ο μύθος είναι η γνωστή σε όλους μας παπαρούνα των λιβαδιών με το υπέροχο κόκκινο χρώμα (Το αίμα του Άδωνη).

Ἡ ἀνεμώνη-Γεώργιος Βιζυηνός

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ
  συλλογιέται μοναχός του.
Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,
  κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ
  εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,
νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ
  τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,
  καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.
Τί τραγούδι νὰ λαλῇ
  ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,
  ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη
στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ
  μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ
  κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ
  σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,
Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ
  τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του
τὰ φυλλάκια της μαδᾷ
  τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,
  στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, ἄχ! διατὶ
  ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!
 ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ  (1943)  Οδυσσέας Ελύτης 
Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο

Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

 Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω απ’ τους καταρράχτες. 
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.(απόσπασμα απο ''Το μονόγραμμα''-Οδυσσέας Ελύτης)


Στα χαλασματα καρφωσε μια * παπαρουνα που λαμπει !Ελύτης, Αξιον Εστί

Επίλογος (Φυσάει, Τάσος Λειβαδίτης)

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη
Έτσι ξέχασα να ζήσω.


ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ-Κική Δημουλά

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

 (Αλκυόνη Παπαδάκη)“Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας…
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει…
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε…
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή!
Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες…
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα… αλλιώς!
Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;”
 

Μπόρα Του Μάη-Ρώμος Φιλύρας

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π' άνοιγαν ματάκια προς το φως.

A woman in a red Dress in a Garden with Poppies, 1914
-Καίτη Δρόσου: «ΚΟΚΚΙΝΟ φόρεμα φορώ/ και καίγονται τα σύννεφα
και στα χωράφια σεργιανώ/ και καίω τις παπαρούνες»!

Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο,
οπού θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη
μεσ σ' ένα κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο
και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι.                                                  Κώστας Ουράνης


Πίστη (Κλείτος Κύρου)

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμαστε όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη. 
Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια.
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε
Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας
Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας
Και οι οιμωγές του Χορτιάτη
Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας
Στους αξούριστους άντρες
Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά
Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους
Έτσι
Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος
Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν
Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες
Όμως εμείς ξέραμε καλά
Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη
Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο.

Ανεμώνες (του ποιητή Τούμας Τρανστρέμερ


Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι από τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. 

 Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μεσ’ απ’ το περσινό θρόϊσμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. 

Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξ αιτίας του χρώματος. 

Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα. Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. 

Ἓν ἄνθος-Κωστής Παλαμάς (απόσπασμα)

Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ἓν ἄνθος φύτρωσε μονάχο
χλωρὸ χλωρό.


Ἓν ἄνθος ὅμοιο μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ἀθώρητο σ᾿ ὅποιον σιμώνει
στὰ ὕψη ἐκεῖ.


Τὰ μάτια ἀνοίγοντ᾿ ἐκεῖ πέρα
καθὼς βρεθοῦν,
καὶ μὲ τὸν ξάστερον αἰθέρα
σμίγουν, μεθοῦν.


Ἐκεῖ θαμπώνουνε τὰ μάτια
σκόρπια μπροστὰ
καμένα λείψανα, κομμάτια
λαχταριστά.


Κ᾿ ἡ φαντασία ἀμέσως βλέπει
ἡ μαγικὴ
γυμνὴ καὶ δίχως καμιὰ σκέπη
ἀπάνου ἐκεῖ

τὴν Ὀμορφιά, ποὺ τρισμεγάλη,
παντοτεινή,
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ μάρμαρο προβάλλει
καὶ δὲν πονεῖ.


Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ξανοίγω τἄνθος τὸ μοναχὸ
καὶ τὸ ρωτῶ:
- Ἄνθος, ποὺ μοιάζεις μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ποιὰ μοίρα σ᾿ ἔρριξε ἐδῶ, μόνη
καὶ φτωχική; 

Άνοιξε τα παράθυρα -*Γιάννης Ρίτσος*

Άνοιξε τα παράθυρα να δεις το σύμπαν ανθισμένο μ’όλες τις παπαρούνες του αίματός μας, – να μάθεις να χαμογελάς.
Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Να τος ο ήλιος πάνω απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες, πάνω απ’ τους πράσινους αγρούς μες την καρδιά μας. Νιώθω στους ώμους το βαθύ μυρμήγκιασμα καθώς φυτρώνουν όλο πιο νέα και πιο μεγάλα τα φτερά μας.
Ύψωσε τα ματόκλαδα. Αστράφτει ο κόσμος έξω από τη λύπη σου.
Φως και αίμα.
Τραγούδι και σιωπή.
Καλοί μου άνθρωποι πως μπορείτε να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;
Ανοίχτε τα παράθυρα.

Γιάννης Ρίτσος — Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού(απόσπασμα)

«Χριστέ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ
 φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; 
Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ 
αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ 
ουρανού;


[ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΑΝΘΙΣΑΝ ΞΑΝΑ...]
Μαρία Πολυδούρη
Οἱ παπαροῦνες ἄνθισαν ξανά. Στὰ ἴδια μέρη
τὶς ἔκοψα γεμίζοντας, ὡς τότε, τὴν ἀγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερὸ κι᾿ ἂν ἔστηνα καρτέρι
δὲ σ᾿ εἶδα ξάφνου πλάι μου νὰ προσπερνᾶς καὶ πάλι.

Τὸ Δάσος σιγαλότατο στὸ λαῦρο μεσημέρι,
τὶς λεῦκες τὶς γλυκόλογες μὲ τὰ γιγάντια κάλλη,
μ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ σπιτάκι σου - καημὸ ποὺ μοὔχει φέρει,
τὰ βρῆκα δίχως σένανε καὶ δίχως ἐλπίδα ἄλλη

Νὰ σὲ ξαναβρῶ - θἄσωνα νὰ καρτεράω χρόνια.
Κ᾿ ἔκλαψα. Μὰ θυμήθηκα στερνὰ ποὺ ξεκινοῦσες
μὲ συνοδεία μουσικὴ τὰ δέντρα καὶ τ᾿ ἀηδόνια

Μὲ τὴ ματιὰ νοσταλγικιὰ στὰ γύρω ποὺ σκορποῦσες
καὶ στὴν καρδιά μου σ᾿ ἔκλεισα, μὲ σὲ νὰ χαιρετήσω
ὅλα ποὺ μ᾿ ἔκανες ἐσὺ νὰ ἰδῶ καὶ ν᾿ ἀγαπήσω.


ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ- Voula Kapiri
Να τη λοιπόν, η πρώτη παπαρούνα!
Ένα ακόμα μήνυμα, της άνοιξης χαμπέρι,
έφτασε στ' ανθισμένο μας παρτέρι!
Τι χρώμα ωραίο η φωνή της, γελαστή,
την άκουσα από μακριά!
Τρέχω να την καλοδεχτώ, την καμαρώνω από κοντά!
Ένα απαλό αεράκι τη χορεύει,
τόσο γλυκιά, κόκκινη μεσ' στα κίτρινα...
ανάμεσα στις μαργαρίτες ξεχωρίζει !
Κι η μελισσούλα δεν αργεί,
μόλις την είδε .... έρωτας,
θαύμασε τον τρυφερό ανθό
κι έσκυψε τ' άρωμα της να γευτεί,
τον κόκκινο χυμό!
Αχ, το βελούδο της το κόκκινο,
έχει έναν τρόπο στην καρδιά μου να μιλάει,
ίσως να είναι κι ο σταυρός που κουβαλάει,
αυτό το ωραίο μέσα της σημάδι!
~ V. K. ~


Της παπαρούνας τον ανθό Να μην τον εμυρίσεις. Γιατί σε μένα μάτια μου Μια μέρα θα γυρίσεις.