Translate

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Γεώργιος Σεφέρης (29/2/1900-20/9/1971)

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
            μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.(Ερωτικός λόγος)Γ.Σεφέρης 




Γιώργος Σεφέρης

Αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μάρω

“η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω
 την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’
 αγαπούσες λιγότερο”
“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις
 να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την
 κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι
 το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα.
 Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας
 άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”
“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά
 μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα
 από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη
 σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς
 να το πω, που με ατιμάζει”
…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’
 αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου
 εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και
 ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή
 μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν
 τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι
 οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο,
 είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ
 πια να περάσω.”
“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε
 συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”
κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι
 για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις
 λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να
 σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”
“όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο
 του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ
 του…”
“θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη.
 Λέξη…”
“φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από
 μακριά να σ αγαπώ..”
“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά
 αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου
 τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα
 πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου
 κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν
 τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα
 μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν
 επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που
 λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση
 και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”