Σελίδες

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ένα παλιό μήνυμα για το σύγχρονο κόσμο – Ινδιάνος Σιάτλ

Απάντηση του αρχηγού των Ινδιάνων Σιάτλ στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Πηρς (1854), ύστερα από πρόταση του τελευταίου για την αγορά Ινδιάνικης γης


Οι Ινδιάνοι Suquamish ήσαν άριστοι ψαράδες, χαράκτες, κατασκευαστές καλαθιών και κανό. Στα μέσα του 19ου αιώνα η τότε κυβέρνηση των Αμερικανών αποίκων, τους ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αγοράσει τη γη τους και να τους μεταφέρει σε έναν άλλο τόπο για να ζήσουν. Εκείνη την εποχή αρχηγός τής φυλής Suquamish ήταν ο See-at-la, ο οποίος γεννήθηκε τό 1786 και πέθανε στις 7 Ιουνίου του 1866. Από το όνομά του πήρε τό όνομά της η πολιτεία του Σιάτλ.

Η πρόταση αυτής της αγοραπωλησίας ήταν εντελώς ξένη στις αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, ο δεσμός των οποίων με τη φύση είναι ιερός και αδιάσπαστος, όπως η αδερφική αγάπη. Ο Σιάτλ εκφράζει με περηφάνια και σεβασμό στην παράδοση τον τρόπο σκέψης της φυλής του, ο οποίος διαφέρει πλήρως από τις υλικές αξίες και τον κατακτητικό πολιτισμό των λευκών.

CHIEF SEATTLE“Ο μεγάλος αρχηγός στην Ουάσιγκτον μηνάει* πως θέλει να αγοράσει τη γη μας. O μεγάλος αρχηγός μηνάει ακόμα λόγια φιλικά και καλοθέλητα. Καλοσύνη του, γιατί ξέρομε πως αυτός λίγο τη χρειάζεται αντίστοιχα τη φιλία μας. Την προσφορά του θα τη μελετήσομε, γιατί ξέρομε πως, αν δεν το πράξομε, μπορεί ο λευκός να προφτάσει με τα όπλα και να πάρει τη γη μας.

Πώς μπορείτε να αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό – τη ζέστα της γης; Για μας μοιάζει παράξενο. Η δροσιά του αγέρα ή το άφρισμα του νερού ωστόσο δε μας ανήκουν. Πώς μπορείτε να τα αγοράσετε από μας; Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε αστραφτερή πευκοβελόνα, κάθε αμμούδα στις ακρογιαλιές, κάθε θολούρα στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε ζουζούνι που ζουζουνίζει είναι, στη μνήμη και στην πείρα του λαού μου, ιερό.

Ξέρομε πως ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Τα μέρη της γης, το ένα με το άλλο, δεν κάνουν γι’ αυτόν διαφορά, γιατί είναι ένας ξένος που φτάνει τη νύχτα και παίρνει από τη γη όλα όσα τού χρειάζονται. Η γη δεν είναι αδερφός του, αλλά εχθρός που πρέπει να τον καταχτήσει, και αφού τον καταχτήσει, πηγαίνει παρακάτω.

Με το ταμάχι* που έχει θα καταπιεί τη γη και θα αφήσει πίσω του μια έρημο. Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας, κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Όμως αυτό μπορεί και να συμβαίνει επειδή ο ερυθρόδερμος είναι άγριος και δεν καταλαβαίνει.

Αν αποφασίσω και δεχτώ, θα βάλω έναν όρο. Τα ζώα της γης αυτής ο λευκός θα πρέπει να τα μεταχειριστεί σαν αδέρφια του. Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα ζώα; Αν όλα τα ζώα φύγουν από τη μέση, ο άνθρωπος θα πεθάνει από μεγάλη εσωτερική μοναξιά, γιατί όσα συμβαίνουν στα ζώα, τα ίδια συμβαίνουν στον άνθρωπο.

Ένα ξέρομε, που μπορεί μια μέρα ο λευκός να το ανακαλύψει: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός. Μπορεί να θαρρείτε πως Εκείνος είναι δικός σας, όπως ζητάτε να γίνει δική σας η γη μας. Αλλά δεν το δυνόσαστε.* Εκείνος είναι Θεός των ανθρώπων. Και το έλεός Του μοιρασμένο απαράλλαχτα σε ερυθρόδερμους και λευκούς. Αυτή η γη Του είναι ακριβή. Όποιος τη βλάφτει, καταφρονάει το Δημιουργό της. Θα περάσουν οι λευκοί – και μπορεί μάλιστα γρηγορότερα από άλλες φυλές. Όταν μαγαρίζεις* συνέχεια το στρώμα σου, κάποια νύχτα θα πλαντάξεις από τις μαγαρισιές σου. Όταν όλα τα βουβάλια σφαχτούν, όταν όλα τα άγρια αλόγατα μερέψουν, όταν την ιερή γωνιά του δάσους τη γιομίσει το ανθρώπινο χνότο και το θέαμα των φουντωμένων λόφων το κηλιδώσουν τα σύρματα του τηλέγραφου με το βουητό τους, τότες πού να βρεις το ρουμάνι;* Πού να βρεις τον αϊτό; Και τι σημαίνει να πεις έχε γεια στο φαρί* σου και στο κυνήγι; Σημαίνει το τέλος της ζωής και την αρχή του θανάτου.

Πουθενά δε βρίσκεται μια ήσυχη γωνιά μέσα στις πολιτείες του λευκού. Πουθενά δε βρίσκεται μια γωνιά να σταθείς να ακούσεις τα φύλλα στα δέντρα την άνοιξη ή το ψιθύρισμα που κάνουν τα ζουζούνια πεταρίζοντας. Όμως μπορεί, επειδή, καταπώς είπα, είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω – μπορεί μονάχα για το λόγο αυτόν ο σαματάς* να ταράζει τα αυτιά μου. Μα τι μένει από τη ζωή, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί τη γλυκιά φωνή που βγάνει το νυχτοπούλι ή τα συνακούσματα των βατράχων ολόγυρα σε ένα βάλτο μέσα στη νυχτιά; Ο ερυθρόδερμος προτιμάει το απαλόηχο αγέρι λαγαρισμένο* από την καταμεσήμερη βροχή ή μοσχοβολημένο με το πεύκο. Του ερυθρόδερμου του είναι ακριβός ο αγέρας, γιατί όλα τα πάντα μοιράζονται την ίδια πνοή – τα ζώα, τα δέντρα, οι άνθρωποι. Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει προσοχή στον αγέρα που ανασαίνει. Σαν ένας που χαροπολεμάει για μέρες πολλές, δεν οσμίζεται* τίποτα.

seattletwo

Αν ξέραμε, μπορεί να καταλαβαίναμε – αν ξέραμε τα όνειρα του λευκού, τις ελπίδες που περιγράφει στα παιδιά του τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, τα οράματα που ανάφτει στο μυαλό τους, ώστε ανάλογα να δέονται για την αυριανή. Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Μας είναι κρυφά τα όνειρα του λευκού. Και επειδή μας είναι κρυφά, θα εξακολουθήσομε το δρόμο μας. Αν τα συμφωνήσομε μαζί, θα το πράξομε, για να σιγουρέψομε τις προστατευόμενες περιοχές που μας τάξατε. Εκεί θα ζήσομε, μπορεί, τις μετρημένες μέρες μας καταπώς το θελήσομε. Όταν ο στερνός ερυθρόδερμος λείψει από τη γη, και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο, οι ακρογιαλιές αυτές και τα δάση θα φυλάγουν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου – τι* αυτή τη γη την αγαπούν, όπως το βρέφος αγαπάει το χτύπο της μητρικής καρδιάς. Αν σας την πουλήσομε τη γη μας, αγαπήστε την, καθώς την αγαπήσαμε εμείς, φροντίστε την, καθώς τη φροντίσαμε εμείς, κρατήστε ζωντανή στο λογισμό σας τη μνήμη της γης, όπως βρίσκεται τη στιγμή που την παίρνετε, και με όλη σας τη δύναμη, με όλη την τρανή μπόρεσή σας, με όλη την καρδιά σας, διατηρήστε τη για τα τέκνα σας, και αγαπήστε την, καθώς ο Θεός αγαπάει όλους μας. Ένα ξέρομε – ο Θεός σας είναι ο ίδιος Θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα και ο λευκός δε γίνεται να απαλλαχτεί από την κοινή μοίρα.*”

μτφρ. Ζήσιμος Λορεντζάτος
Το Βήμα, 16/1/1977
(* μηνάει: στέλνει μήνυμα, * ταμάχι: πλεονεξία,  * δεν το δυνόσαστε: δεν μπορείτε,  * μαγαρίζεις: λερώνεις,  * ρουμάνι: δάσος, * φαρί: άλογο,  * σαματάς: φασαρία,  * λαγαρισμένος: καθαρισμένος , * οσμίζεται: μυρίζει , * τι: γιατί,  * η κοινή μοίρα: εννοεί το θάνατο)

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Νυχτα Χριστουγέννων (Ποιήματα)

 

 «Δεν ωφελεί το παράπονο/ Λίγο σιτάρι για τις γιορτές/ λίγο κρασί για τη θύμηση /λίγο νερό για τη σκόνη»
Νίκος Γκάτσος (Αμοργός)

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος 
δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει 
τ' αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες' στ' άλλα αστέρια 
ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη 
Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.
(Γεώργιος Δροσίνης («Νύχτα 
χριστουγεννιάτικη», 1935)
Άγγελου Σικελιανού, «H Γέννηση»
Απ' όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ' Ενα
ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,
κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν' ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ' άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.

«Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940) Ζωή Καρέλλη
Ολόκληρο το ποίημα / ΕΔΩ 

Ένας Θεός-Κωστής Παλαμάς

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι... 

Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή* το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι 


Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.


Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο-Kωστής  Παλαμάς

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι

κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,

που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.




Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος/
λίγο φαΐ, λίγο κρασί/
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.(Οδ.Ελύτης)

«Ἡ Γέννηση» (1983)Τάσος Λειβαδίτης
« Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα.
Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία».
Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες
καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό 


Το παιδί με τη σάλπιγγα(Νικηφόρος Βρεττάκος)
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.
Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται…
Γιώργος Θέμελης, ΙΙΙ. Φάτνη
«Ἕνας Θεός»Κωστής Παλαμάς


Ὦ, μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεὸς
καὶ τὸ κορμί μου γίνεται ναός,
δὲν εἶναι ὡς πρῶτα φάτνη ταπεινὴ
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
τὸ μέτωπό μου λάμπει σὰν ἀστέρι…
Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή τὸ γράφει 
τὰ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι
τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι!.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος



κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ(Μίλτος Σαχτούρης)
Ὅλοι κοιμοῦνται
κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ
περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ
ἀσημένια φεγγάρια
καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει
γιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἕνας νέος ἄνθρωπος
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
τὴν παγωμένη
ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα
καὶ τόση μαύρη πίκρα.
(Τόλης Νικηφόρου)

Ενας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους
 απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα.

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου-Τέλλος  Άγρας

Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου,

το γεννημένο μας Χριστό,

τα βόδια επάνω του εφυσούσαν

όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,

και μέσα η φάτνη η φτωχική,

άστραφτε πιο καλά από μέρα,

με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,

κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά,

πως θα καθίσει σαν κορώνα,

στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,

τον προσκυνούσαν ταπεινά,

ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,

κι' έψελναν γύρω του «ωσαννά».

Μα κι' από αγγέλους κι' από μάγους,

δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,

όσο της Μάνας Του το στόμα,

και το ζεστό - ζεστό φιλί.

Χριστούγεννα- Τέλλος Άγρας

Ὄξω πέφτει ἀδιάκοπα καὶ πυκνὸ τὸ χιόνι,

κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά. 

Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι, 

μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά...


Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι 

καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά. 

Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι 

καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!


Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη 

κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά. 

Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει, 

μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.


Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι, 

ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ 

στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι, 

κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά...



Από «Τα Σχόλια του Τρίτου» (Μ.Χατζιδάκις)


«Ο κόσμος πια δεν είναι μαγικός. Και τα

 Χριστούγεννα, μια οργανωμένη μηχανή… Έτσι

 ο Χριστός γεννιέται σιωπηρώς. Κανείς δεν τον

 αναζητά, κανείς δεν τον εσκέφτεται κι έρχεται

 μόνος σιωπηλός για να πεθάνει μόνος… κι αυτό

 τ’ αστέρι της βηθλεέμ, τι θέλει πάλι κι ήρθε

 ετούτη τη χρονιά… 

Α! τα Χριστούγεννα, δεν 


 είναι φέτος ούτε για τα παιδιά. 

Άλλωστε 

απέκτησαν και αυτά, χάρις στην βιομηχανικήν

 ανάπτυξη, μιαν εντελώς προσωπική μυθολογία

 που απέχει χιλιάδες μέτρα από τη μυθολογία

 της γέννησης του Χριστού…

Η σιωπηλή αυτή γέννηση, μέσα στον άσχετο

 και θορυβούντα κόσμο μας, φαντάζει ακόμα

 πιο ιερή και πιο σημαδιακή, από την γραφική

 των τυπικών χριστιανών, που εννοούν να

 βλέπουν τον Χριστό, Θεό απ’ τη γέννησή του,

 εξ αρχής, κι όχι μετά, στον θάνατο, στο τέλος,

 στην κατάληξή του».

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Οι χαμένοι φίλοι έρχονται πάντα ξαφνικά- (Μάνος Ελευθερίου)

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ. Χτυπούν την πόρτα σου – μιαν άλλη πόρτα. Δεν είναι το δικό σου σπίτι. Εσύ δεν είχες. Κι έχεις αλλάξει τόσα σπίτια, που τώρα δεν ξέρεις ούτε εσύ πού μένεις. Ξεκινάς και πάντα στέκεις ανάμεσα σε δέκα σπίτια και δεν θυμάσαι πού μένεις. Αλλά οι άλλοι, που φορούν κατάσαρκα τη νύχτα, πώς σε βρίσκουν;

Βάζεις το κλειδί σε μια πόρτα. Δεν ανοίγει. Κάνεις θόρυβο. Την ανοίγουν οι νοικοκυραίοι και σε ρωτούν τι θέλεις. Τίποτε δεν θέλεις. «Και πώς με το κλειδί;» σου λένε. «Τι είναι αυτό; Θα φωνάξουμε την αστυνομία». Πώς να εξηγήσεις; Όταν επιτέλους βρεις το σπίτι σου, θέλεις να ξαπλώσεις. Κανένας εδώ δεν θα φωνάξει την αστυνομία. Προς τι άλλωστε; Δεν τη φώναξαν γιατί σε λυπήθηκαν.

Σε είδαν έτσι παραδαρμένο, με μπογιές στο πρόσωπο, δήθεν ντυμένο Άμλετ, «κάτι διαφημίζει αυτός», έτσι άκουσες. Κι έτσι τη γλίτωσες.

Σταματημένα καράβια στη μέση του πελάγου είναι οι φίλοι σου. Σάπια καράβια, έρμαια της βροχής και των κυμάτων. Κουβαλώντας βαλίτσες με άχρηστα ρούχα από ρόλους ανθρώπων που ποτέ δεν έπαιξαν ή έπαιξαν κι έφαγαν τα μούτρα τους, με τα παιδικά τους κοντά, βελούδινα παντελονάκια –για γούρι– τυλιγμένα προσεκτικά. Αποκόμματα εφημερίδων. Χαρτιά της αστυνομίας. Αφίσες με το ερειπωμένο τους πρόσωπο επιχρωματισμένο. Ξύλινα κουτιά που κρύβουν ψεύτικα βυζαντινά στέμματα, ζώνες, παραμάνες, καρφίτσες, βελόνες, κουμπιά, κόπιτσες, κλωστές. Και πολλά τσίγκινα κουτάκια με πούδρες και μπογιές για το πρόσωπο. Περούκες, πομάδες και αρώματα. Κι ακόμη τα σκηνικά μιας μελλοντικής ευτυχίας σε ταλαιπωρημένα θεατρικά έργα.

Μια γυναίκα. Μόλις ανασαίνει η φωτογραφία της στο ρημαγμένο πορτοφόλι. Διπλωμένη σαν παλιά συνταγή για κάποιο φάρμακο. Οι φίλοι σου είναι το εισιτήριο για να μπεις σε μια πόλη. Να μπεις σ’ ένα θέατρο και σ’ ένα ιπποδρόμιο. Μοιάζουν να χάνονται σιγά σιγά, όπως αν αφήσεις τη φωτογραφία πολύ καιρό στον ήλιο. Αυτούς τους φίλους δεν θα τους ξαναβρείς. Αν έρθουν, θα κρατούν περγαμηνές και χρυσόβουλα. Θα ‘ναι ντυμένοι με ιερατικά άμφια, κεντημένα με διαμαντικά, και θα σου αναγγείλουν την απέραντη μοναξιά που σε περιμένει, όσο ζεις σ’ αυτή την άρρωστη πόλη του χαμού.

Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα σου (Μάνος Ελευθερίου)

Πάντα χρειάζεται. Πάντα χρειάζεται δίπλα σου. Στις μικρές και τις μεγάλες χαρές. Στις καταστροφές και στην αρρώστια. Στον αέρα και στις βροχές. Στον ήλιο και στη θάλασσα. Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα σου. Αυτός είναι όλα μαζί τα φαρμακεία και τα φάρμακα του κόσμου.

Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον εκστρατείας

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Άγγελος Πετρουλάκης ( 1952-2021) Ποιήματα


(Ι)
Σ’ έναν τοίχο έγραψα πως
ανήκω σ’ εκείνους που θα φύγουν
με την εικόνα σου,
πως ανήκεις στους γαλαξίες
που δε θα ταξιδεύω.
Δεν ήξερα τότε πως
μια νύχτα σαν την αποψινή
θα άνοιγα ξανά το συρτάρι των αναπολήσεων
με μια ακόμα φωτογραφία σου
να μιλά αρχαία φθινόπωρα.

Σου είχα πει:
Αναπνέω μια σιωπή.
Αυτήν τη σιωπή σχηματοποιώ
σε μάτια και χείλη,
σε γήινες εκφράσεις που θέλουν ν’ αποδράσουν
στη μεταφυσική των ανεκπλήρωτων ερώτων.
Εσχατολογική αναζήτηση πια
το καταβύθισμα στα μάτια σου
αφού καμιά ιστορία δε θα σταθεί
στο άσημο των ημερών μου.

Άκου:
Η δική μας μικρή ιστορία
δεν μπορεί να είναι το εγωιστικό υπόλοιπο
των προσθαφαιρέσεων που εγκλώβισαν τη ζωή μας.
Ίσως και να είναι μια μουσική από κάποια σονάτα
που έτυχε ν’ ακούσουμε ανάμεσα σε δυο τσιγάρα.

www.poein.gr (10-7-2015)


(ΙΙ)

Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις,
ακροποδητί,
μην τις ξυπνήσω.

Δικαιούνται έναν ύπνο – θάνατο,
σκεπασμένες με τη σκόνη της σιωπής
και οι αναμνήσεις.
Άλλωστε, τις υποβρύχιες νύχτες
δεν τις αντέχει εύκολα ο λυγμός.
Κάθε άρνηση και το σχήμα της,
κάθε απόρριψη και το πρόσωπό της.
Η αμφισβήτηση ακροβατεί
ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο.
Ζωή σε αυτοαναίρεση.
Τα νηολόγια των ερώτων σε άγονες δημοπρασίες,
σ’ ένα ταξίδι που μιλά για έγκοπα όνειρα
και δειλινά εικονογραφημένα με ματαιώσεις.

Σε μιαν άλλη ζωή ίσως μιλήσουμε μιαν άλλη γλώσσα.

www.poein.gr (10-7-2015)


(ΙΙΙ)
To αντίο το είπαμε
πίνοντας κρασί
και λέγοντας πως θα ξαναβρεθούμε.
Ύστερα
με μια χαρτοπετσέτα
σκουπίσαμε τ’ απομεινάρια της νύχτας
και τις λέξεις
που σαρκάζουν με νόημα τις υποσχέσεις.

Φεύγοντας
όλα ντύθηκαν στις αποχρώσεις του κόκκινου
έτσι ώστε να μη ματώνουν
μόνο οι αναμνήσεις.

 από την προσωπική σελίδα στο facebook του Άγγελου Πετρουλάκη (3-12-2016)


(IV)
Κυριακάτικη αναζήτηση
με τις φωνές να προχωρούν
στα τέσσερα.

Αρχαία σημάδια
που ανακαλύπτω σε κάθε νέο ρούχο.

Κλείνοντας οριστικά τα μάτια
θ’ αφήσω δυο, τρεις λέξεις
να πλανιένται στο αύριο,
αφού πρώτα τους αφαιρέσω τα φωνήεντα,
έτσι ώστε να καγχάζουνκάθε απόπειρα μνημόνευσής μου.

από την προσωπική σελίδα στο facebook του Άγγελου Πετρουλάκη (6-12-2020)


(V)
Υπάρχουμε,
σ’ ένα κατακερματισμένο σήμερα,
ανάμεσα σε ορίζοντες απροσπέλαστους,
ανάμεσα σε χέρια τεντωμένα
που ψηλαφούν τα σκοτάδια.

Υπάρχουμε,
χωρίς να ξέρουμε το γιατί,
βαδίζοντας δρόμους άγνωστους,
απέναντι σ’ άγνωστο τέλος,
θρυμματιζόμενοι από πλαστότητες
και αυταπάτες.

Υπάρχουμε
μέσα στους μύθους μας,
αναζητώντας τη λύτρωση
σε φαιδρά είδωλα.

Τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα αύριο δίχως μύθους;

Μόνοι απέναντι στην άγνοια
πώς θα παλέψουμε την αγωνία;
Με τους αμφιβληστροειδείς άδειους από ήλιο
τι χρώμα θα έχουν οι εικόνες;

Πώς θ’ αντιπαλέψουμε τη μοίρα μας
τώρα, που όλα όσα μας τυλίγουν
έγιναν πλαστικά;

Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που προχωράει αγνοώντας τη συμπεριφορά του νερού και του ανέμου.
Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που ανερμήνευτα πορεύεται ανάμεσα στο τυχαίο και στη λήθη της ιστορίας.
Δακρύζω για ό,τι χάθηκε πριν καν δηλώσει την ύπαρξή του. Συχνά ανεμίζω λέξεις μισοσπασμένες και ακόμα συχνότερα ενταφιάζω επιθυμίες.
Όσο για τα γράμματα της αλφαβήτου. Από τα πλέον αγαπημένα, μου είναι αυτά που λιγότερο χρησιμοποιούν οι άνθρωποι.
Από την πτήση μου, κράτησα μόνο εκείνα τα γράμματα που θα μου χρησιμεύσουν στην πτώση μου…

—Λόγος και αιτία για μια σιωπή (Λάρισα, 2001)

Πετρουλάκης, Άγγελος- 1952-2021

Ο Άγγελος Πετρουλάκης γεννήθηκε το 1952 στη Λάρισα. Η σχέση του με τη δημοσιογραφία ξεκίνησε το 1967, όταν ως μαθητής τού Γυμνασίου, άρχισε να γράφει σημειώματα, σχόλια, άρθρα στις τοπικές εφημερίδες της Λάρισας.

Συνεργάστηκε και έγραψε σε εφημερίδες και site, όπως η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», η «Larissanet», και η LarissaPress.
Η σχέση του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε επίσης το 1967 δημοσιεύοντας ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό τής Λάρισας «Προσανατολισμοί», που εκδίδει εκείνη την εποχή ο επίσης νεαρός Δημήτρης Κουνελάκης, ανατρέποντας τον εφησυχασμό τής επαρχιακής πόλης.
Το φθινόπωρο του 1971, στις εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821, κέρδισε Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο τής Ακαδημίας Αθηνών, στην ποίηση.

Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις Δεδεμάδη» εφτά τόμοι με διηγήματα και νουβέλες του, που είχαν βασιστεί στα εγκληματολογικά αρχεία και χρονικά τής Ελληνικής Χωροφυλακής τής 25ετίας 1955-1980 με το γενικό τίτλο «Εγκλήματα στην Ελλάδα». Τα «Εγκλήματα στην Ελλάδα» είναι τα πρώτα που εισάγουν στην αστυνομική λογοτεχνία υποθέσεις που άπτονται των εγκληματολογικών χρονικών και παρουσιάζουν ρεαλιστικά την πορεία για την εξιχνίασή τους.

Έχει εκδώσει συνολικά 16 βιβλία:
«ΛΟΓΟΣ πρώτος» – ποίηση (1981)
«ΛΟΓΟΣ δεύτερος» – ποίηση (1984)
«ΛΟΓΟΣ τρίτος» – ποίηση (1999)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση» – ποίηση (2011)
«Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (2002)
«Κρυφοί έρωτες» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (2004)
«Ζωές στο κόκκινο» – μυθιστόρημα (2010) Εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ.

Έχει γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος «Μικρά αντίο» του καρδιοχειρουργού Σωτήρη Πράπα (Εκδόσεις Καστανιώτης).
Έχει σχεδιάσει, επιμεληθεί και γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος του Γιώργου Μποντικούλη «ΛΑΡΙΣΑ – άνωθεν».


Στο στόμα μου χωράει πια,

μόνο τ’ όνομά σου…

Τα μάτια μου

υπάρχουν, πια, μόνο για την επιστροφή.

Σε ποια κοσμογονία να σ’ αναζητήσω;

Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Γιώργος Τριανταφύλλου- Ποιήματα

Γιώργος Τριανταφύλλου- «Άγγιξέ με» 

Άγγιξέ με ανήθικα, τόσο ανήθικα
που να μοιάζει με στοργή
αργά χωρίς βιασύνη
να γλιστρούν τα ακροδάχτυλά σου
στην χωματένια αύρα μου
και από καφέ να κοκκινίζει
Σπάσε με πάθος τα σύνορα του δέρματος
να εισχωρήσεις μέσα μου
στην απαγορευμένη χώρα
που ζουν μόνο μετανάστες
άστεγοι και κάτι τρομαγμένα χελιδόνια
Μίλα μου με την ωκύπτερη αφή σου
πες μου ότι διψάς
για να στύψω όλα τα σ’ αγαπώ
να τα ρουφήξεις άπληστα

Μίλα μου με το απαλό γρατζούνισμα
των νυχιών σου
πες μου ότι πεινάς
να ξεπαγώσω τις ανάσες μου
και να σε ταΐσω στο στόμα

Μίλα μου με την ίριδα των ματιών σου
πες μου ότι νυστάζεις
για να στρώσω το λίκνο του ασυνειδήτου
και να σε σκεπάσω με την λούτρινη
παιδική μου ανωριμότητα

Και αθάνατοι τώρα πια
να ξεψυχάμε κάθε στιγμή
ο ένας στα χέρια του άλλου

Μαλαχίδα η άγρια ή η αμελημένη. Οι μαλαχίδες έχουν θεραπευτικές και επουλωτικές ιδιότητες. Στη μεγάλη οικογένεια των μαλαχοειδών ανήκει και η μολόχα που τρίβοντάς την σε μέρος που πονά από το άγγιγμα της τσουκνίδας καταλαγιάζει το τσούκνισμα. Η χρήση τους ποικίλει μπορείς να τις τρίψεις, να τις πιεις ή να τις μασήσεις.
Εγώ προσπάθησα να γράψω μαλαχίδες. Κι εσείς να τις διαβάσετε! Δεν είμαι σίγουρος ότι θεραπεύουν αλλά σίγουρα είναι μια απάντηση στις τσουκνίδες. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 Αντίο μαλαχίδα μου (Γιώργος Τριανταφύλλου)

Θέλω το απαλό άρωμα των μαλλιών σου να χαϊδεύει το κορμί μου,
αλλά όχι εσένα.
Θέλω την γεύση της ανάσας σου να με κάνει λαίμαργο,
αλλά μην γυρίσεις πίσω.
Θέλω να πλαγιάζω με την ζεστασιά των ψιθύρων σου,
αλλά μην έρθεις ξανά.
Θέλω την ανασφάλεια των ματιών σου να την καλύπτω
με ένα φιλί στο μέτωπο,
αλλά εξαφανίσου απ’ την ζωή μου.
Θέλω να σβήνω τα φώτα και να βλέπω καθαρά τα υπέροχα
σκοτάδια σου,
αλλά μείνε μακριά μου.
Θέλω να με διαβάζεις, αλλά να μην με αγγίζεις.
Πονάω.

Σιωπή (Γιώργος Τριανταφύλλου)

Αθόρυβο μαχαίρι το «εγώ» μας,
βραχύλογος υγρός επίλογος στις ουτοπίες μας.
Οι επιθυμίες βουλιάζουν μία-μία στον νεροχύτη,
κάθε πρωί και βράδυ.
Τα φιλιά έγιναν λέξεις που δεν ειπώθηκαν
και γλίστρησαν στον λαιμό, στο στήθος, στα γεννητικά όργανα
κι όταν έπεσαν στα πόδια μας,
μυρμήγκια που άθελά μας τα λιώσαμε.
Χωρίς αντίο, χωρίς επιστροφή.
Ουρλιάζουν οι σιωπές μας.

 

Για τα αγγίγματα που αφήνουν πληγές

Για όλους όσους ακόμα δεν αγγίξαμε

και για τα βαθιά αγγίγματα που ζουν κάτω απ’ το δέρμα μας

Ο Γιώργος Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε θεατρικές σπουδές στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών (ΕΚΠΑ), παρακολούθησε επιστημονικά συνέδρια και σεμινάρια όπως «Oι τέχνες στο Ελληνικό σχολείο» κ.α. Σπούδασε επίσης σκηνοθεσία στην σχολή «Σταυράκου» και υποκριτική στη δραματική σχολή «Δ. Φωτιάδη».

Έχει εργαστεί σε δημοτικές θεατρικές ομάδες και σε παιδικό θέατρο, έχει δραματοποιήσει αποσπάσματα από λογοτεχνικά βιβλία και το 2012 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και σκηνοθετική επιμέλεια του θεατρικού έργου του Furio Borton, «Τα τελευταία Φεγγάρια».

Έχει γράψει, σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστήσει σε πολλές μικρού μήκους ταινίες όπως το «Άγγιξέ με» που διακρίθηκε σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου επίσης έχει αρκετές συμμετοχές σε μεγάλου μήκους ταινίες και θεατρικές παραγωγές.

Από την Άνεμος εκδοτική κυκλοφορούν οι συλλογές τους «Άγγιξε με» (2019) και «Μαλαχίδες» (2024).

Κυριακή 13 Απριλίου 2025

Η Ποίηση της Προσευχής


Απόστολος Γεραλής (1886-1983)

 Μανόλης Αναγνωστάκης-Προσευχή

Κυριακή. Θε μου σ’ ευχαριστούμεΔέξου μας σαν πρόβατα στην αγκαλιά σου απολωλόταΠολύ αμαρτήσαμε Κύριε, πολύ αδικήσαμεΣαν άπιστοι θρηνούμε για τα επίγεια αγαθά μαςΛησμονήσαμε την αιωνίαν Άνοιξη του ΠαραδείσουΣτον Οίκο σου δεόμεθα συγχωρηθήναι ημάςΣήμερα Κυριακή τας εντολάς σου ενθυμούμενοιΜη μας εγκαταλείψεις Θε μου, εις το σκότος της αβύσσου.
(Άλλωστε, λίαν προσφάτως, προσεφέραμενΕις αρμοδίων εντολάς υπείκοντες,Τον οβολόν μας διά την αναστήλωσιν του Ιερού Ναού Σου).


Απόστολος Γεραλής (1886-1983)

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Προσευχή»

«Κύριε, ποὺ στέλνεις τὴ βροχὴ στοὺς σπόρους καὶ τὸν ἥλιο στὴ μήτρα τῆς μητέρας, ποὺ ἀποκρίνεσαι στὸ βέλασμα τοῦ ἀρνιοῦ μὲ τὸ οὐράνιο τόξο πάνω ἀπὸ τὴ χλόη, ποὺ ἀπὸ ψηλὰ εὐλογεῖς, μέρα καὶ νύχτα, τῶν ἔναστρων ἀχτῶν τὴν ἀνανέωση τὸ φῶς καὶ τὴν ἀνάπτυξη μυριάδων διάφορων λουλουδιῶν – ἂς μὴν ἀκούσεις ποτὲ τὸ βέλασμά μου!… Ὅμως, Κύριέ μου τὴ δύση αὐτὴ μπορεῖς νὰ μοῦ στερήσεις μ’ ὅποια σου δυστυχία; Τὰ δάκρυα τοῦτα ποὺ βγαίνουν ἀπὸ βάθη πιὸ γαλάζια κι ἀπ’ τὶς πηγὲς τῆς ἄνοιξης, μπορεῖς, Κύριε, νὰ τὰ ἐμποδίσεις; Κοίταξέ με πως ἐπιμένω πίσω ἀπ’ τὶς τροχιὲς τῶν τελευταίων πλασμάτων σου! Εἶναι μάταιο νὰ μὲ κουράζεις πιότερο!  Ἄφησέ με μὲ ἥσυχη ἀναπνοὴ κάτω ἀπ’ τὸ κλῆμα τῶν ἄστρων σου νὰ κλάψω… Δὲ μπορῶ, Κύριε μου, νὰ μισήσω!  Ἀγάπησέ με!»

(Από το ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ, 1939)



Απόστολος Γεραλής-Προσευχή (1886-1983)
 
Η προσευχή των αστέγων, Νικηφόρος Βρεττάκος
Μητέρα του Χριστού, Μαρία,
πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα
δεν μπορεί ο Θεός να καταλάβει.

Κατέβα, Συ, απ' τους ουρανούς
και μ' αναμμένους τους φανούς
του Χάρου οδήγα το καράβι.

Χίλιες φορές απόψε εκλήθη
μα δεν ακούει. Κάπου κοιμήθη
κι αυτός στα πλάτη παγωμένος.
Του θόλου λύθηκαν οι αρμοί
κι όλος ο κόσμος σαν κορμί
τρέμει στα νέφη τυλιγμένος.

Ρόδα κανείς να τον στολίσεις,
μύρα κανείς να τον ραντίσεις
μήπως σου ζήτησε, Μαρία;
Πάρ' την ψυχούλα μας γυμνή
προς τη γαλάζια σου σκηνή
από τη νύχτα αυτή την κρύα.

Κι η θεία σου πόλη σαν μας πάρει,
για τη μεγάλη σου τη χάρη
σκυφτοί στις άκρες των βραδιών σου,
με δάκρυα, σαν ο ήλιος σβει,
θα σου ποτίζουμε βουβοί
τις θάλασσες των λουλουδιών σου.
Νικηφόρος Βρεττάκος, Οι Γκριμάτσες του Ανθρώπου


Η προσευχή του ταπεινού (Ζαχαρίας Παπαντωνίου)

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Ονειρεμένη προσευχή-Κωστής Παλαμάς

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου.
Στη Φάτνη Βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δώσ’ μου!

Κι όταν θα ’ρθεί από Σε σταλτός ο Χάρος να με πάρει,
κάμε σα βρέφος να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη.

Χριστέ μου, δώσ’ μου στους σεισμούς, στις τρικυμίες του κόσμου πάντα να στέκω ατράνταχτος, και να είναι ο λογισμός μου

το φως από το μυστικό που χύνοταν αστέρι, όταν για Σένα στη Βηθλεέμ τους Μάγους είχε φέρει.

Και κάμε λόγια κι έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα, προφητικά, φεγγόβολα κάμε τα σαν εκείνα

της νύχτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν, και γρικούσαν τους ουρανούς ολάνοιχτους που Σε δοξολογούσαν.

 Κωστής Παλαμάς -Προσευχή

Αγάπη, Εσύ, χαρά της γης

και τ’ ουρανού ευλογία,

που είσαι γλυκιά σαν τ’ άστρο της αυγής,

που είσαι μεγάλη σαν την Παναγία!

Εμπρός Σου γονατίζω, αγνή θεά,

και Σου φιλώ το διαμαντένιο χέρι·

λυπήσου μας που ζούμε μακριά,

κάμε μια μέρα να γενούμε ταίρι.

Εμπρός Σου για κερί μού λιώνει ο νους,

μου καίγετ’ η καρδιά μου για λιβάνι·

απ’ τους ανθούς Σου τους παντοτινούς

πλέξε για μας του γάμου το στεφάνι.

Κι εμείς θα ζούμε δούλοι Σου πιστοί,

και το μικρό, το φτωχικό μας σπίτι

θα είν’ εκκλησιά τρανή και ξακουστή

που τη δική Σου δόξα θα κηρύττει!

Αλλ’ αν γράφτηκε ακόμα για πολύ,

ω χωρισμοί και πίκρες να μας τρώτε,

Αγάπη μεγαλόχαρη, καλή,

μη μας ξεχνάς, λυπήσου μας και τότε.

Και πρόβαλε και δώσε μας φτερά,

αθώρητα φτερά κι ευλογημένα,

για να πετούμε αιώνια, τί χαρά!

Εγώ να βρίσκω αυτή κι εκείνη εμένα.

Κι ο ένας μες στ’ άλλου εκεί την αγκαλιά,

δικά Σου Χερουβείμ, κοντά στ’ αστέρια,

γλυκά γλυκά ν’ αλλάζουμε φιλιά,

σφιχτά σφιχτά να σμίγουμε τα χέρια.

ΠΗΓΗ

Προσευχή, Άγγελος Σικελιανός

Γυμνή Σου δέεται η ψυχή.Από χαρά,από πόνο
γυμνή από ηδονή
γυμνή Σου δέεται η ψυχή,Δημιουργέ,με μόνο
την άπλαστη φωνή,

που,πριν στη σάρκα μου να μπει,στον Κόρφο σου - ως τζιτζίκι
κρυμμένο στην ελιά -
βουλή δική Σου χτύπαε στην καρδιά μου κι έλεε:"νίκη,
νίκη στα πάντα!",και δεν ήτανε μιλιά

δική μου,ήταν η δική Σου,Θεέ, Μ'εκείνη μόνο
Σου δέομαι,λύτρωσέ μου το σκοπό
το μυστικό που γεύτηκα βαθιά κ' έξω απ' το χρόνο,
για ν' αγαπώ,για ν' αγαπώ

πάνω από πρόσωπα και πλάσματα,απ' τον ένα
που κλείνω μέσα μου παλμό,
που είν' ένας πια για ζωντανά κι πεθαμένα
δώσε μου,ναι,το λυτρωμό,

τον άναρχο Έρωτα να νιώσω ακέριο,Θε μου,
μέσα στα στήθια μου ξανά
και να 'μαι όλα σαν η πνοή και σαν η βοή τ' ανέμου,
στα κοντινά,στα μακρινά...

Προσευχή- Μελισσάνθη

Ὅλες οἱ πράξεις μου οἱ ἁμαρτωλές,
τὰ λάθη, οἱ ἄνομες ἐπιθυμιὲς
περνοῦνε πάνωθέ μου
καθὼς τὸ διάφανο νερό,
Κύριέ μου.

Μέσα ἀπὸ βαλτονέρια προχωρῶ
καὶ τίποτα, μὰ τίποτα δὲν μὲ ῥυπαίνει,
ἴχνος σκιᾶς ἀπάνω μου δὲν μένει.

Κοίταξε πόσο καθαρὰ
εἶναι τὰ χέριά μου τ᾿ ἁμαρτωλά·

σὰν τοῦ παιδιοῦ ποὺ ὅταν προσεύχεται σὲ Σένα
ἔτσι σὰν φλόγα ἀμόλυντη ὑψωμένα
εἶναι ἄξια τὸν χιτῶνα σου ν᾿ ἀγγίσουν
καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων νὰ κρατήσουν...

Ἀπὸ τὰ σφάλματά μου τὰ φριχτὰ κανένα,
κανένας ξεπεσμός, κρίμα κανένα
δὲν δύναται ἀνάμεσό μας νὰ μπεῖ,
νὰ μᾶς χωρίσει,

τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ ἐξόν,
ἀπὸ τὸν ὕπνο ποὺ μὲ παίρνει τὸ βαθὺ
-τὸν ξένοιαστο ὕπνο σὰν ἑνὸς παιδιοῦ
στὴ μέση ξάφνου ποὺ ἔρχεται τοῦ παιχνιδιοῦ-

Τὸ ξέρω
εἶναι ἄσοφο νὰ σὲ παρακαλοῦν γιὰ κάτι τι·
γιὰ τοῦτο τίποτα δὲν σοῦ ζητῶ.

Μόνο μιὰ λύπη μὲ βαραίνει σὰν βουνό,
βαθιὰ ὑποφέρω,

σὰν συλλογίζομαι τὸν ὕπνο τοῦτο,
ποὺ μπορεῖ νὰ ᾿ρθεῖ
τὴν κρίσιμη ὥρα,
ποὺ τὸ Σάλπισμά Σου θ᾿ ἀκουστεῖ.

Ὁδοιπορικό. Ἐκδ.Καστανιώτη.2000. σελ. 192

Η προσευχή των παιδιών-Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)

Θεός τον ήλιο οδηγεί 

ποὺ πρέπει ν᾿ ἀνατείλει, 

πῶς νὰ περάσει ἀπὸ τὴ γῆ 

τὸ φῶς του νὰ μᾶς στείλει. 

Θεὸς ὁρίζει τὰ ψηλὰ 

ὁ ἥλιος ὅταν σβήνει, 

νὰ φέγγουν τ᾿ ἄστρα τὰ πολλὰ 

κι ἡ κάτασπρη σελήνη. 

Καὶ τὰ λουλούδια, ποὺ χυτὰ 

στὴ γῆ μοσκοβολοῦνε, 

Θεὸς τὰ ἔμαθε κι αὐτὰ 

πότε καὶ ποῦ ν᾿ ἀνθοῦνε. 

Καὶ τὸ μικρὸ-μικρὸ πουλί, 

ποὺ ψάλλει στὸ κλωνάρι, 

Θεὸς τοῦ εἶπε νὰ λαλεῖ 

νὰ κελαηδεῖ μὲ χάρη. 

Θεὸς χαρίζει στὰ παιδιὰ 

τὸ νοῦ τους καὶ τὴ γλώσσα, 

νὰ λὲν ὅ,τι ἔχουν στὴν καρδιὰ 

καὶ νὰ μαθαίνουν τόσα. 

Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ καλὰ παιδιὰ 

βράδυ, πρωί, χρωστοῦνε 

στὴν προσευχή τους μὲ καρδιὰ 

νὰ τὸν εὐχαριστοῦνε.