Σελίδες

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Η χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα και το παλιό Φολκσβάγκεν--Χρήστος Μπουλώτης

 H πρώτη λέξη που ψιθύρισε η χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα με το που βγήκε απ’ τ’ αυγό ήταν: «Αστέρια!!». Για την ακρίβεια, ανασηκώνοντας το κεφάλι της είπε με θαυμασμό: «Ποπό, αστέρια!».

Και τούτο γιατί γεννήθηκε στην άμμο, πλάι στ’ ακρογιάλι, μια καλοκαιριάτικη νύχτα με αστροφεγγιά, που εκατομμύρια αστέρια, μικρά, μεγάλα, μεγαλύτερα, κι ακόμη πιο μεγάλα, λαμπύριζαν ψηλά στον ουρανό, τρεμόσβηναν, σαν να της έκλειναν φιλικά το μάτι. Κι εκείνη, μαγεμένη απ’ την τόση ομορφιά, βάλθηκε να τα μετράει ένα ένα, χωρίς όμως να ξέρει πως είναι αμέτρητα. Έτσι αποξεχάστηκε…

Και να ’ταν μόνο αυτό! Αντί να πάρει το δρόμο ευθύς για τη θάλασσα, όπως έκαναν τ’ αδέλφια και τα πρώτα της ξαδέλφια που βγήκαν κι εκείνα την ίδια νύχτα απ’ τ’ αυγό, τράβηξε ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι ήταν αυτό βαρύ σφάλμα, θανάσιμο που λένε οι μεγάλοι. Γιατί η μικρή Καρέττα-Καρέττα, όπως οι γονείς της κι οι παππούδες της, κι οι προπαππούδες της, αιώνες τώρα, από πάντα δηλαδή, ήταν προορισμένη να ζει στις νερένιες γειτονιές, στη θάλασσα. Εκεί θα ήταν το σπίτι της, όχι στη στεριά.

Ξεγελάστηκε, αλίμονο, απ’ τα φανάρια των αυτοκινήτων στη μεγάλη λεωφόρο. Μπερδεύοντας το πάνω με το κάτω, τα πέρασε κι αυτά γι’ αστέρια, τεράστια αστέρια.

Έκανε όπισθεν να δει καλύτερα, να καταλάβει, κι αυτό που αντίκρισε την πλημμύρισε αναπάντεχη χαρά.

«Ένα άγαλμα!… Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Το άγαλμα της προγιαγιάς μου, της αξιότιμης κυρίας Καρέττα-Καρέττα!», αναφώνησε.

«Η σοφή προγιαγιά μου! Αχ, τι τύχη που ’χω απόψε!».

«Σταμάτα, επιτέλους, τις ανοησίες, χελωνίτσα», ακούστηκε μια βαριά φωνή. «Δεν είμαι η σοφή προγιαγιά σου. Ένα παλιό Φολκσβάγκεν είμαι. Ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο. Κι αν έμπαινες στον κόπο να με προσέξεις λίγο καλύτερα, θα ’βλεπες, καλή μου, πως δε μοιάζω και τόσο με χελώνα. Με σκαθάρι μοιάζω. Κι εσύ… εσύ είσαι μια ονειροπαρμένη χελωνίτσα που λοξοδρόμησε επικίνδυνα, που πριν καλά καλά προφτάσει να βγει απ’ τ’ αυγό, θα πήγαινε αδικοχαμένη. Γιατί, κακά τα ψέματα, μόλις έσκαγες μύτη στην άσφαλτο θα σ’ έκαναν λιώμα οι ρόδες…».

Η μικρή χελωνίτσα Καρέττα-Καρέττα δε χόρταινε ν’ ακούει και να βλέπει. Μπορεί, βέβαια, να μη σεργιάνισε στον ουρανό, μπορεί εκείνα τα πελώρια αστέρια να μην ήταν παρά φανάρια αυτοκινήτων στη μεγάλη λεωφόρο, μπορεί αυτό που νόμισε για το άγαλμα της σοφής προγιαγιάς της να ήταν ένα παλιό Φολκσβάγκεν, όμως η ατυχία της ήρθε κι έγινε τύχη… Κοίτα να δεις… Όλα τούτα τα παλιά αντικείμενα στην παραλία… Ένας ολόκληρος κόσμος! Τι εμπειρίες κι ιστορίες!

Και σκέφτηκε η χελωνίτσα πως είχε να μάθει ακόμη ένα σωρό πράγματα απ’ το στόμα τους. Κι ύστερα σκέφτηκε φωναχτά:

«Φαίνεται πως όλα τα πετούν οι άνθρωποι, άμα παλιώσουν… Και γιατί τα πετούν άραγε στην παραλία;».

«Α, μικρή μου χελωνίτσα», είπε με την μπάσα φωνή του το παλιό Φολκσβάγκεν, «τώρα περνάς στα δύσκολα. Οι άνθρωποι… Αλλά άσε καλύτερα… Αυτό είναι μια θλιβερή ιστορία, θα ’παιρνε πολύ χρόνο για να σου εξηγήσω. Μόνο κοίτα καλύτερα γύρω σου και θα δεις. Κι άλλα κονσερβοκούτια, και κουτιά από κόλα λόκα –κόκα κόλα ήθελα να πω– και νάιλον σακούλες. Πλήθος, σου λέω! Χαμός, συνωστισμός».

«Αλήθεια, σαν να έχετε δίκιο, κύριε Φολκσβάγκεν», διαπίστωσε εκείνη. «Και δε μου λέτε, κύριε Φολκσβάγκεν, έχουν όλα τους φωνή;».

«Έχουν και παραέχουν. Όμως άκου τώρα προσεχτικά τι θα σου πω και βάλε το καλά στο νου σου. Αρκετά όσα είδες κι έμαθες. Καιρός να γυρίσεις στη θάλασσα. Αμέσως, τούτη τη στιγμή. Γιατί εσύ δεν είσαι φτιαγμένη για στεριά, καλό μου κοριτσάκι. Έχουν δει τα μάτια μου πολλές χελωνίτσες της γενιάς σου να χάνονται άδικα. Άλλες ξεστρατίζοντας σαν κι εσένα, κι άλλες πριν προλάβουν να βγουν απ’ το αυγό. Μπήζουν απρόσεκτα οι παραθεριστές τις ομπρέλες τους στην άμμο, παίζουν σαν τρελοκάτσικα ρακέτες, στήνουν τις ξαπλωτές πολυθρόνες για ηλιοθεραπεία, αυτές τις δολοφόνες σεζλόγκ, και, μ’ ένα κρααακ, πάνε τ’ αυγά, πάνε και τα Καρεττάκια-Καρεττάκια. Κάθε φορά με γέμιζε θλίψη ο χαμός τους. Μ’ εσένα όμως θα πονέσω. Αχ, πολύ θα πονέσω! Πίστεψέ με. Γιατί εσένα, μικρή μου χελωνίτσα, σε συμπάθησα, σ’ έβαλα στην καρδιά μου. Βιάσου λοιπόν… ».

«Ναι, βιάσου», τη συμβούλεψε και το κονσερβοκούτι. «Κι εγώ σε συμπάθησα. Και θα ’ταν, αλήθεια, κρίμα απ’ το Θεό να χαθείς».

πηγη

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η αγωνία του Ιούδα (Κώστας Βάρναλης)

 

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,

ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.
Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι,—

την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!
Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
—ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά·
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι!—

αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.
Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.
Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.
Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος Ιωάννης από μας
παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.

Όλους μάς καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!
Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,
κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.
Τί να ’ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια προσταγή;…
Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις

σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.
Μα κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό
πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει στον αέρα.
Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.
Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα

βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.
Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε —βάγια πολλά και φοινικιές!—
και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,
γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)
του ’πα σιγά: —«Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»

—«Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη»!
Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;
Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.
Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,
ζητάει δικά της δω στη Γης δυο πιθαμές χαλίκια,

απ’ τ’ αγαθά, που ’δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!
Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά
απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,
από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;
Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω

κι εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;
Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,
μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.
Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά
για κείνους, που την αρετή μάς θέλουν της θυσίας.

Ήρθε γι’ αυτούς, — για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.
Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.
Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,
μα σύντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,
πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει·

ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μού τα χωρίζει.
(Θυμάται τη μάνα του)
Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.
Μες στα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,
ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.
Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.

Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!
Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κι ύστερα, σιγά
θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.
Και ξέρω τί καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,
θα πουν οι εμπόροι των θεών: «Τον πρόδωσε για χρήμα»!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ελεγειακή σονάτα σε μια αληθινή κυρία-Μαρία Α. Στυλιανού

 Γυναίκα,
τόσοι κι άλλοι τόσοι θέλησαν,
να φιμώσουν τη φωνή και το αληθινό σου είναι,
φοβούμενοι μήπως σκορπίσεις στο πέρασμά σου
τη δικιά σου μοναδική ομορφιά,
να καταργήσουν τους λυρικούς σου στίχους,
φορεμένες πολιτείες της βασανισμένης ρωσικής ψυχής σου,
να  φυλακίσουν το λαμπρό σου πνεύμα,
την μεγαλοπρέπεια της καρδιάς σου,
τη λεύτερη σαν πουλί σκέψη σου,
ν’ αφανίσουν το Φως που κατοικεί βαθιά μες στα στήθια σου,
να σ’ αλυσοδέσουν σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο δωμάτιο,
να σε μεταμορφώσουν σ’ αυτό που δεν είσαι...
Γιατί αυτό θα τους βόλευε περίφημα...
 
Αλήθεια, πόσα και πόσα έχεις  περάσει;
Άπιστοι σύζυγοι, ακατάλληλοι εραστές, απρόβλεπτες ασθένειες,
αμέτρητες απώλειες ανθρώπων της καρδιάς σου,
συνεχή ματαίωση,
μισές αγάπες, μισές αλήθειες,
και τόσα-τόσα άλλα που είναι αδύνατο
να χωρέσουνε σ’ ένα μόνο λευκό χαρτί...
 
Ω! Πόσο θα’ θελα  -τώρα- να σ’ είχα αντίκρυ μου
και να στ’ ομολογήσω πως,
σε θαυμάζω!
Ναι, σε θαυμάζω, γιατί σε όλα άντεξες!
Σε θαυμάζω για το ποιόν και τις πράξεις σου,
νάματα μεγαλοσύνης σεμνότατης
κι ηρωισμού πρωτοφανέρωτου!
Σε θαυμάζω για τις καταγεγραμμένες σου νίκες!
Σε θαυμάζω για την αξιοπρέπειά σου,
μπροστά στις επιβεβλημένες σου ήττες!
Σε θαυμάζω που δεν πρόδωσες ποτέ τον εαυτό σου,
ακόμα και στις πιο δραματικά αντίξοες συνθήκες!
Σε θαυμάζω γιατί κατάλαβες από τη νεότητά σου
τη δική σου αξία, δίχως να στο διδάξει κανείς!
Σε θαυμάζω γιατί όρισες  το πεπρωμένο σου,
έχοντας το δικό σου όμορφο πνεύμα σαν υπερήφανο όπλο,
κόντρα στην περιρρέουσα ασκήμια της εποχής σου!
 
Έχω νοιώσει με τι πίκρα έχεις πετάξει
εκεί ψηλά, πέρα στα ουράνια.
Έχω εννοήσει τη ματωμένη σου αλήθεια,
πως λιγοστοί σ’ έχουν νοιώσει, όπως θα σου’ πρεπε
κι ακόμη πιο λίγοι σ’ έχουν αγαπήσει αληθινά,
όπως εσύ το επιθυμούσες και με αξιοπρέπεια αποζητούσες.
 
Εσύ,
η κορυφαία Μούσα ποιητών και καλλιτεχνών,
η όντως  Ποιήτρια,
το όντως ελεύθερο πνεύμα,
ήσουνα ένα υψηλό ιδανικό,
παράξενο και ακατανόητο μαζί!
Γι’ αυτό, συγχώρεσε, όλους εκείνους  που
σε κέρασαν ασύστολα της πίκρας τα φαρμάκια.
Ποτέ δεν θέλησαν να μετανοήσουν
για τα σφάλματα κι εγκλήματα που είχαν υποπέσει,
ραπίζοντας ποικιλοτρόπως την γενναία σου ψυχή.
Δεν ήτανε διόλου εύκολο για κείνους,
ένα αιώνα πριν,
να βλέπουν τον καλύτερό τους
και μάλιστα ένα πρόσωπο γυναικείο 
να διαπρέπει, να λάμπει, να ξεχωρίζει...
Ένα ολόλαμπρο μαζεμένο θησαυρό είχαν ενώπιον τους,
πράγμα που σήμαινε πλάσμα επικίνδυνο!
Τί επώδυνο, διαχρονικά, να είναι κανείς  γυναίκα,
με θεία τάλαντα γεμάτη
και με πνεύμα ανήσυχο!
 
Όπου και αν αρμενίζει εδώ και χρόνια
το φωτεινό σου πνεύμα,
στην απέραντη αγκαλιά του γλυκύτατου Θεού,
μείνε τώρα ήσυχη, ευτυχής και μακάρια!
Ο πλούτος που μας δώρισες τόσο απλόχερα,
προτού αναχωρήσεις για το επουράνιο σου ταξίδι,
μας φτάνει και μας περισσεύει,
όχι για μια, αλλά για δυο και τρεις ζωές!

Απόλυτη δικαιοσύνη
είναι έτσι και αλλιώς ανέφικτη
στην ατελή τελειότητα των ανθρώπων!
Γι’ αυτό, πέταξε!
Λεύτερη κι όμορφη ζήσε,
όπου και αν τώρα είσαι!
Η ευτυχία μου έχει το όνομά σου-Μαρία Α. Στυλιανού

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ     
Η Μαρία Α. Στυλιανού γεννήθηκε στην Λευκωσία, της Κύπρου. 
Είναι Κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στις Σπουδές Φύλου. Η παρούσα
ποιητική συλλογή αποτελεί επανέκδοση της πρώτης της έκδοσης στο χώρο της
ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας.
Στον αείμνηστο πατέρα μου Ανδρέα
Εισαγωγή
Τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή.
Οι άνθρωποι που θα συναντήσουμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου και θα
αγγίξουν μ’ ένα θαυμαστό τρόπο την καρδιά μας. Οι άνθρωποι που θα
αγαπήσουμε και μέσα από αυτούς θα αγαπηθούμε. Οι πιο κοντινοί μας φίλοι.
Οι αγαπημένες μας συνήθειες. Η μουσική που μας αρέσει. Ο καφές που θα
πιούμε το πρωί. Οι προορισμοί που θα επιλέξουμε για τα ταξίδια μας.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο και στη δική μου ζωή.
Η ρωσική ποίηση ήλθε σαν ένα απροσδόκητο όμορφο δώρο στη ζωή μου. Ένα
μαγιάτικο απόγευμα, εκεί όπου καθόμουνα με μια παλιά μου φίλη – ποιήτρια
για ένα κρύο καφέ μού πρότεινε με εμφανή ενθουσιασμό στα λαμπερά της
μάτια να διαβάσω Μαγιακόφσκι [1]. Λίγο καιρό αργότερα ένα ιστορικό –
ερωτικό μυθιστόρημα με φόντο την Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι ήλθε στα
χέρια μου, όπως και το πρώτο μου ταξίδι στην πανέμορφη Αγία Πετρούπολη
θέρμαναν το ενδιαφέρον μου για μελέτη της ρωσικής ποίησης και λογοτεχνίας,
ενώ παράλληλα με ενέπνευσαν να ασχοληθώ με το γράψιμο της πρώτης μου
ποιητικής συλλογής την οποία κρατάτε ανά χείρας.
Η παρούσα ποιητική μου συλλογή είναι εμπνευσμένη από τη ζωή και το έργο
μιας μεγάλης γυνακείας προσωπικότητας των γραμμάτων και των τεχνών της
Ρωσίας του περασμένου αιώνα μας, μιας υπέροχης ποιήτριας, μιας γενναίας
ψυχής, η οποία κληροδότησε στον ρωσικό λαό της ένα σημαντικότατο
λογοτεχνικό έργο, επηρεάζοντας μ’ ένα καθοριστικό τρόπο τα λογοτεχνικά και
πολιτικά δρώμενα της χώρας της.
Η γενναία προσωπικότητά της όπως και το δυναμικό ποιητικό της έργο με
γοήτευσαν τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αδύνατο να μην ασχοληθώ γράφοντας
για εκείνη και την ζωή της μέσα από την δική μου ποιητική φωνή.
Με αφορμή μη διασταυρωμένες δημοσιευμένες πηγές που αφορούσαν την
προσωπική της ζωή, με ενέπνευσαν στο να γράψω το πρώτο μου ποίημα. Μετά
ακολούθησε ένα επόμενο ποίημα και ακόμη ένα άλλο, μέχρι που
συμπληρώθηκε μια ολόκληρη ποιητική σύνθεση, σ’ ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα που είχε διάρκεια περίπου επτά έτη.
Με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη της δεν αποκαλύπτεται το πραγματικό της
όνομα ούτε τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία των πρωταγωνιστών της ερωτικής
μου ποίησης. Ο λυρικός μου στίχος κεντάται ανάμεσα στο όνειρο, στο μύθο και
την αλήθεια, όπως ταιριάζει άλλωστε σ’ όλες τις υπέροχες ψυχές που θα
περάσουν από το σταυροδρόμι της σύντομης επίγειας, μα συνάμα ακαταμάχητα
όμορφης ζωής μας.
Λευκωσία, Οκτώβριος 2020
Μαρία Α. Στυλιανού

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Ω! Η Απουσία! (Ποιήματα)

H απουσία που γεννά ποίηση η ποίηση που αναγεννά την απουσία, κάθε απόντας και ένας ποιητής που χάθηκε στα σύνορα των λέξεων, κρατώντας αναμμένη την ασύλληπτη εικόνα του μέχρι που στο διάβα του έγινε καπνός, αφού ταυτίστηκε με την απόσταση που το ποίημα δεν μπόρεσε να νικήσει.
Κάθε ποίημα δεν είναι απλά μια κατάδυση στο άγνωστο και ανεκπλήρωτο, είναι περισσότερο μια μάχη με τη λήθη, μια μάχη με το μηδέν, και το πώς θα την δώσει τη μάχη του αυτή ο ποιητής έχει κατά μεγάλο μέρος να κάνει με το πώς βίωσε και βιώνει την απουσία...
 

Πηγή
Γιάννης Ρίτσος- Απόσπασμα από το ποίημα . ΙΧ ., από  την ποιητική συλλογή «Σχήμα της απουσίας» που περιλαμβάνεται στα «Ποιήματα – τόμος Β΄», Κέδρος
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.

Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
Αθήνα, Φεβρουάριος-Μάρτης 1958

-Γιάννης Ρίτσος, «Και εσύ να λείπεις»-Απόσπασμα:
«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
Και εσύ να λείπεις,
Να’ ρχονται οι Άνοιξες
με πολλά διάπλατα παράθυρα,
Και εσύ να λείπεις,


Να λείπεις –δεν είναι τίποτα να λείπεις .
Αν έχεις λείψει για ό, τι πρέπει,
Θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα
που για αυτά έχεις λείψει,
Θα’ σαι για πάντα μέσα σε αυτόν τον κόσμο…»


Εγκώμιο της απουσίας- Σοφία Βούλγαρη

Ι.
Η απουσία
ίσον κενό

Εκείνο που δεν λέγεται
Αυτό που δεν υπάρχει
Δεν πιάνεται δεν επαναλαμβάνεται
Δεν είναι κάτι το συστηματικό
Το όριο του νοήματος
Η έκλειψη του λόγου
Η απουσία είναι αυτό
Που με κάνει να γράφω
Που με κάνει να προσπαθώ
Να συνθέσω
Να αναπαραστήσω
Η απουσία είναι
Αυτό που δεν μπορείς ποτέ

Να αναπαραστήσεις
Και τη γεμίζεις με παρουσία
Για να κλείσει η τρύπα
Η καθημερινότητα
Και το παρόν
Το παρελθόν
Μια τρύπα όπου πέφτουμε με φόρα όλοι μαζί
Αίμα που συγκρατείται από ιστούς και δέρμα
Σακί κυττάρων
Ο άνθρωπος
Μια προσομοίωση ζωής
Ένα απείκασμα μια στιγμιαία
ουτοπία
Η απουσία 
Ο άνθρωπος
Και ο πολιτισμός του
Το μικρό χαμόγελο
Ενός παιδιού
Η απέραντή του πίστη στη ζωή
Στην παρουσία επενδύουμε
Ποντάρουμε
Αντίδοτο
η απουσία
Και αντιστάθμισμα
Η απουσία λουλούδι
Καπνός

Το άπειρο και το μηδέν
Το τίμιο ξύλο
Του ανθρώπου

ΙΙ.
Η απουσία
Ομόηχη κραυγή 

της
παρουσίας

της λήθης
το αντίπαλον

δέος
ΠΗΓΗ
Separation
By W. S. Merwin
Your absence has gone through me
Like thread through a needle.
Everything I do is stitched with its color.
Ουίλιαμ Στάνλεϊ Μέργουιν-
ΧΩΡΙΣΜΟΣ

(SEPARATION)
Η απουσία σου έχει περάσει μέσα μου
Σαν κλωστή μες από μια βελόνα·
Οτιδήποτε κάνω είναι ραμμένο με το χρώμα της.
ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ-Κική Δημουλά(απόσπασμα)
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει.
Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;


....Η απόσταση μεταξύ των σωμάτων
δεν είναι κανόνας του χορού
είν'ο βραδύς ψαλμός της προσέγγισης
το αμήν της βαθύφωνης έλξης....(Κική Δημουλά)
Εύφλεκτη η απόσταση-Κική   Δημουλά

Ασυγχώρητη η απροσεξία
να μου στείλεις επι χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τη φωτογραφία σου
με αναμμένο το τσιγάρο της.

Αν έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποια πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θα έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιαν εξαντλημένη θεραπεία
σε ποια αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού
δεν έχω κάνει
-«Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας»


-Φωτιές

“Στην απουσία σου, η μορφή σου διαστέλλεται
 σε σημείο να γεμίζει το σύμπαν. Περνάς στη
 ρευστή κατάσταση που χαρακτηρίζει τα
 φαντάσματα.
Στην παρουσία σου συστέλλεται:
 φτάνει στη συμπύκνωση των πιο βαριών
μετάλλων, του ιριδίου, του υδράργυρου.
 Πεθαίνω από αυτό το βάρος όταν μου πέφτει
πάνω στην καρδιά.”




Μαθήματα ζωής χωρίς εσένα (Σταύρος Σταυρόπουλος)
μαθήματα ζωής
χωρίς εσένα
σε άδεια ερημικά πλάνα
στα ίδια παγωμένα νερά
έγινα πέτρα και φως
προσπαθώντας να ακουμπήσω
για λίγο
τη μακρινή απουσία σου
ακόμη λείπεις.

(1940)-Οδυσσέας Ελύτης - Κλίμα της απουσίας
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' ένα κόμπο λύπης.


ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ-Pablo
Neruda από τα "Εκατό ερωτικά Σονέτα"

Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ
να είσαι,

χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να
περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στου
 πλίνθους,
χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι ανέμου,
και από τότε είμαι γιατί είσαι
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα
είμαστε.


Κλείτος Κύρου, «ΑΠΟΥΣΙΑ»

Γαλάζιες μέρες φουσκοθαλασσιά
Υάκινθοι, ψηλή θερμοκρασία.
Των δυο χεριών σου η άσπλαχνη απουσία
Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά

Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά,
Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει
Με θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει
Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.
Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ
Και στην καρδιά σου πέτρινο στεφάνι.

Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι
Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.

Τα βράδια μας ορφάνεψαν, θαρρώ,
Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.

Σε λίγο θε ν’ ανθίσουν οι ακακίες,
θ’ ανοίξει πάλι το «Τροκαντερό».
Τα ρόδα, τα φεγγάρια, τα πουλιά,
Θε νά ’ρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα.
Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα
Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.

<<Απουσία>>-Κ-Π-Καβάφης (χειρόγραφο)
 


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ένα παλιό μήνυμα για το σύγχρονο κόσμο – Ινδιάνος Σιάτλ

Απάντηση του αρχηγού των Ινδιάνων Σιάτλ στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Πηρς (1854), ύστερα από πρόταση του τελευταίου για την αγορά Ινδιάνικης γης


Οι Ινδιάνοι Suquamish ήσαν άριστοι ψαράδες, χαράκτες, κατασκευαστές καλαθιών και κανό. Στα μέσα του 19ου αιώνα η τότε κυβέρνηση των Αμερικανών αποίκων, τους ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αγοράσει τη γη τους και να τους μεταφέρει σε έναν άλλο τόπο για να ζήσουν. Εκείνη την εποχή αρχηγός τής φυλής Suquamish ήταν ο See-at-la, ο οποίος γεννήθηκε τό 1786 και πέθανε στις 7 Ιουνίου του 1866. Από το όνομά του πήρε τό όνομά της η πολιτεία του Σιάτλ.

Η πρόταση αυτής της αγοραπωλησίας ήταν εντελώς ξένη στις αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, ο δεσμός των οποίων με τη φύση είναι ιερός και αδιάσπαστος, όπως η αδερφική αγάπη. Ο Σιάτλ εκφράζει με περηφάνια και σεβασμό στην παράδοση τον τρόπο σκέψης της φυλής του, ο οποίος διαφέρει πλήρως από τις υλικές αξίες και τον κατακτητικό πολιτισμό των λευκών.

CHIEF SEATTLE“Ο μεγάλος αρχηγός στην Ουάσιγκτον μηνάει* πως θέλει να αγοράσει τη γη μας. O μεγάλος αρχηγός μηνάει ακόμα λόγια φιλικά και καλοθέλητα. Καλοσύνη του, γιατί ξέρομε πως αυτός λίγο τη χρειάζεται αντίστοιχα τη φιλία μας. Την προσφορά του θα τη μελετήσομε, γιατί ξέρομε πως, αν δεν το πράξομε, μπορεί ο λευκός να προφτάσει με τα όπλα και να πάρει τη γη μας.

Πώς μπορείτε να αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό – τη ζέστα της γης; Για μας μοιάζει παράξενο. Η δροσιά του αγέρα ή το άφρισμα του νερού ωστόσο δε μας ανήκουν. Πώς μπορείτε να τα αγοράσετε από μας; Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε αστραφτερή πευκοβελόνα, κάθε αμμούδα στις ακρογιαλιές, κάθε θολούρα στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε ζουζούνι που ζουζουνίζει είναι, στη μνήμη και στην πείρα του λαού μου, ιερό.

Ξέρομε πως ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Τα μέρη της γης, το ένα με το άλλο, δεν κάνουν γι’ αυτόν διαφορά, γιατί είναι ένας ξένος που φτάνει τη νύχτα και παίρνει από τη γη όλα όσα τού χρειάζονται. Η γη δεν είναι αδερφός του, αλλά εχθρός που πρέπει να τον καταχτήσει, και αφού τον καταχτήσει, πηγαίνει παρακάτω.

Με το ταμάχι* που έχει θα καταπιεί τη γη και θα αφήσει πίσω του μια έρημο. Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας, κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Όμως αυτό μπορεί και να συμβαίνει επειδή ο ερυθρόδερμος είναι άγριος και δεν καταλαβαίνει.

Αν αποφασίσω και δεχτώ, θα βάλω έναν όρο. Τα ζώα της γης αυτής ο λευκός θα πρέπει να τα μεταχειριστεί σαν αδέρφια του. Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα ζώα; Αν όλα τα ζώα φύγουν από τη μέση, ο άνθρωπος θα πεθάνει από μεγάλη εσωτερική μοναξιά, γιατί όσα συμβαίνουν στα ζώα, τα ίδια συμβαίνουν στον άνθρωπο.

Ένα ξέρομε, που μπορεί μια μέρα ο λευκός να το ανακαλύψει: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός. Μπορεί να θαρρείτε πως Εκείνος είναι δικός σας, όπως ζητάτε να γίνει δική σας η γη μας. Αλλά δεν το δυνόσαστε.* Εκείνος είναι Θεός των ανθρώπων. Και το έλεός Του μοιρασμένο απαράλλαχτα σε ερυθρόδερμους και λευκούς. Αυτή η γη Του είναι ακριβή. Όποιος τη βλάφτει, καταφρονάει το Δημιουργό της. Θα περάσουν οι λευκοί – και μπορεί μάλιστα γρηγορότερα από άλλες φυλές. Όταν μαγαρίζεις* συνέχεια το στρώμα σου, κάποια νύχτα θα πλαντάξεις από τις μαγαρισιές σου. Όταν όλα τα βουβάλια σφαχτούν, όταν όλα τα άγρια αλόγατα μερέψουν, όταν την ιερή γωνιά του δάσους τη γιομίσει το ανθρώπινο χνότο και το θέαμα των φουντωμένων λόφων το κηλιδώσουν τα σύρματα του τηλέγραφου με το βουητό τους, τότες πού να βρεις το ρουμάνι;* Πού να βρεις τον αϊτό; Και τι σημαίνει να πεις έχε γεια στο φαρί* σου και στο κυνήγι; Σημαίνει το τέλος της ζωής και την αρχή του θανάτου.

Πουθενά δε βρίσκεται μια ήσυχη γωνιά μέσα στις πολιτείες του λευκού. Πουθενά δε βρίσκεται μια γωνιά να σταθείς να ακούσεις τα φύλλα στα δέντρα την άνοιξη ή το ψιθύρισμα που κάνουν τα ζουζούνια πεταρίζοντας. Όμως μπορεί, επειδή, καταπώς είπα, είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω – μπορεί μονάχα για το λόγο αυτόν ο σαματάς* να ταράζει τα αυτιά μου. Μα τι μένει από τη ζωή, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί τη γλυκιά φωνή που βγάνει το νυχτοπούλι ή τα συνακούσματα των βατράχων ολόγυρα σε ένα βάλτο μέσα στη νυχτιά; Ο ερυθρόδερμος προτιμάει το απαλόηχο αγέρι λαγαρισμένο* από την καταμεσήμερη βροχή ή μοσχοβολημένο με το πεύκο. Του ερυθρόδερμου του είναι ακριβός ο αγέρας, γιατί όλα τα πάντα μοιράζονται την ίδια πνοή – τα ζώα, τα δέντρα, οι άνθρωποι. Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει προσοχή στον αγέρα που ανασαίνει. Σαν ένας που χαροπολεμάει για μέρες πολλές, δεν οσμίζεται* τίποτα.

seattletwo

Αν ξέραμε, μπορεί να καταλαβαίναμε – αν ξέραμε τα όνειρα του λευκού, τις ελπίδες που περιγράφει στα παιδιά του τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, τα οράματα που ανάφτει στο μυαλό τους, ώστε ανάλογα να δέονται για την αυριανή. Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Μας είναι κρυφά τα όνειρα του λευκού. Και επειδή μας είναι κρυφά, θα εξακολουθήσομε το δρόμο μας. Αν τα συμφωνήσομε μαζί, θα το πράξομε, για να σιγουρέψομε τις προστατευόμενες περιοχές που μας τάξατε. Εκεί θα ζήσομε, μπορεί, τις μετρημένες μέρες μας καταπώς το θελήσομε. Όταν ο στερνός ερυθρόδερμος λείψει από τη γη, και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο, οι ακρογιαλιές αυτές και τα δάση θα φυλάγουν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου – τι* αυτή τη γη την αγαπούν, όπως το βρέφος αγαπάει το χτύπο της μητρικής καρδιάς. Αν σας την πουλήσομε τη γη μας, αγαπήστε την, καθώς την αγαπήσαμε εμείς, φροντίστε την, καθώς τη φροντίσαμε εμείς, κρατήστε ζωντανή στο λογισμό σας τη μνήμη της γης, όπως βρίσκεται τη στιγμή που την παίρνετε, και με όλη σας τη δύναμη, με όλη την τρανή μπόρεσή σας, με όλη την καρδιά σας, διατηρήστε τη για τα τέκνα σας, και αγαπήστε την, καθώς ο Θεός αγαπάει όλους μας. Ένα ξέρομε – ο Θεός σας είναι ο ίδιος Θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα και ο λευκός δε γίνεται να απαλλαχτεί από την κοινή μοίρα.*”

μτφρ. Ζήσιμος Λορεντζάτος
Το Βήμα, 16/1/1977
(* μηνάει: στέλνει μήνυμα, * ταμάχι: πλεονεξία,  * δεν το δυνόσαστε: δεν μπορείτε,  * μαγαρίζεις: λερώνεις,  * ρουμάνι: δάσος, * φαρί: άλογο,  * σαματάς: φασαρία,  * λαγαρισμένος: καθαρισμένος , * οσμίζεται: μυρίζει , * τι: γιατί,  * η κοινή μοίρα: εννοεί το θάνατο)

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Νυχτα Χριστουγέννων (Ποιήματα)

 

 «Δεν ωφελεί το παράπονο/ Λίγο σιτάρι για τις γιορτές/ λίγο κρασί για τη θύμηση /λίγο νερό για τη σκόνη»
Νίκος Γκάτσος (Αμοργός)

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος 
δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει 
τ' αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες' στ' άλλα αστέρια 
ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη 
Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.
(Γεώργιος Δροσίνης («Νύχτα 
χριστουγεννιάτικη», 1935)
Άγγελου Σικελιανού, «H Γέννηση»
Απ' όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ' Ενα
ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,
κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν' ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ' άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.

«Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940) Ζωή Καρέλλη
Ολόκληρο το ποίημα / ΕΔΩ 

Ένας Θεός-Κωστής Παλαμάς

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι... 

Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή* το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι 


Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.


Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο-Kωστής  Παλαμάς

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι

κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,

που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.




Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος/
λίγο φαΐ, λίγο κρασί/
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.(Οδ.Ελύτης)

«Ἡ Γέννηση» (1983)Τάσος Λειβαδίτης
« Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα.
Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία».
Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες
καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό 


Το παιδί με τη σάλπιγγα(Νικηφόρος Βρεττάκος)
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.
Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται…
Γιώργος Θέμελης, ΙΙΙ. Φάτνη
«Ἕνας Θεός»Κωστής Παλαμάς


Ὦ, μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεὸς
καὶ τὸ κορμί μου γίνεται ναός,
δὲν εἶναι ὡς πρῶτα φάτνη ταπεινὴ
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
τὸ μέτωπό μου λάμπει σὰν ἀστέρι…
Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή τὸ γράφει 
τὰ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι
τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι!.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος



κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ(Μίλτος Σαχτούρης)
Ὅλοι κοιμοῦνται
κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ
περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ
ἀσημένια φεγγάρια
καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει
γιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἕνας νέος ἄνθρωπος
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
τὴν παγωμένη
ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα
καὶ τόση μαύρη πίκρα.
(Τόλης Νικηφόρου)

Ενας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους
 απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα.

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου-Τέλλος  Άγρας

Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου,

το γεννημένο μας Χριστό,

τα βόδια επάνω του εφυσούσαν

όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,

και μέσα η φάτνη η φτωχική,

άστραφτε πιο καλά από μέρα,

με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,

κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά,

πως θα καθίσει σαν κορώνα,

στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,

τον προσκυνούσαν ταπεινά,

ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,

κι' έψελναν γύρω του «ωσαννά».

Μα κι' από αγγέλους κι' από μάγους,

δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,

όσο της Μάνας Του το στόμα,

και το ζεστό - ζεστό φιλί.

Χριστούγεννα- Τέλλος Άγρας

Ὄξω πέφτει ἀδιάκοπα καὶ πυκνὸ τὸ χιόνι,

κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά. 

Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι, 

μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά...


Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι 

καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά. 

Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι 

καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!


Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη 

κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά. 

Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει, 

μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.


Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι, 

ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ 

στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι, 

κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά...



Από «Τα Σχόλια του Τρίτου» (Μ.Χατζιδάκις)


«Ο κόσμος πια δεν είναι μαγικός. Και τα

 Χριστούγεννα, μια οργανωμένη μηχανή… Έτσι

 ο Χριστός γεννιέται σιωπηρώς. Κανείς δεν τον

 αναζητά, κανείς δεν τον εσκέφτεται κι έρχεται

 μόνος σιωπηλός για να πεθάνει μόνος… κι αυτό

 τ’ αστέρι της βηθλεέμ, τι θέλει πάλι κι ήρθε

 ετούτη τη χρονιά… 

Α! τα Χριστούγεννα, δεν 


 είναι φέτος ούτε για τα παιδιά. 

Άλλωστε 

απέκτησαν και αυτά, χάρις στην βιομηχανικήν

 ανάπτυξη, μιαν εντελώς προσωπική μυθολογία

 που απέχει χιλιάδες μέτρα από τη μυθολογία

 της γέννησης του Χριστού…

Η σιωπηλή αυτή γέννηση, μέσα στον άσχετο

 και θορυβούντα κόσμο μας, φαντάζει ακόμα

 πιο ιερή και πιο σημαδιακή, από την γραφική

 των τυπικών χριστιανών, που εννοούν να

 βλέπουν τον Χριστό, Θεό απ’ τη γέννησή του,

 εξ αρχής, κι όχι μετά, στον θάνατο, στο τέλος,

 στην κατάληξή του».